Μπορεί το Σοσιαλδημοκρατικό και το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα να συνεργάζονται στην αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Βέρνερ Φάιμαν, ωστόσο, στις προεδρικές εκλογές του Απριλίου (πιθανότατα…

 

στις 24 Απριλίου) θα έχουν διαφορετικούς υποψήφιους, οι οποίοι ως αντίπαλοι θα διεκδικήσουν, σε μία απευθείας εκλογή από το λαό, τη διαδοχή του νυν ομοσπονδιακού προέδρου Χάιντς Φίσερ, στο ύπατο αξίωμα της χώρας.

Ήδη τη Δευτέρα, το Λαϊκό Κόμμα παρουσίασε επίσημα τον υποψήφιό του, τον 74χρονο Αντρέας Κολ, πρώην πρόεδρο της αυστριακής Βουλής (στο διάστημα 2002 – 2006) και επικεφαλής, τα τελευταία χρόνια, της οργάνωσης Συνταξιούχων του κόμματος, ενώ έπονται οι Σοσιαλδημοκράτες με την παρουσίαση την ερχόμενη Παρασκευή 15 Ιανουαρίου, του δικού τους υποψηφίου νυν υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών Ρούντολφ Χούντσντορφερ και επί σειρά ετών -στο παρελθόν- προέδρου της Αυστριακής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων.

Ως πρώτο στόχο του για τις προεδρικές εκλογές, ο Αντρέας Κολ θέτει τη συμμετοχή του στο δεύτερο γύρο τους, που θα πραγματοποιηθεί δύο εβδομάδες αργότερα εάν κανένας των υποψηφίων δεν πετύχει στον πρώτο γύρο την απόλυτη πλειοψηφία με ποσοστό πάνω από το 50%, όπως δήλωσε ο ίδιος κατά τη σημερινή παρουσίασή του στους εκπροσώπους των αυστριακών και ξένων ΜΜΕ στη Βιέννη.

Σημείωσε, επίσης, την πρόθεσή του, σε περίπτωση εκλογής του, να είναι, όπως ο νυν πρόεδρος Χάιντς Φίσερ, ένας μετριόφρων ομοσπονδιακός πρόεδρος, ενώ σε σχέση με την προσφυγική κρίση στην Ευρώπη, τόνισε ως επιτακτική ανάγκη να υπάρξει μία στρατηγική, αποφεύγοντας, ωστόσο, να πάρει θέση στην υποστήριξη από την πλευρά του κόμματός του, ενός ανώτερου αριθμού σε πρόσφυγες που θα γίνονται δεκτοί στη χώρα.

Ο συνταγματολόγος Αντρέας Κολ συγκαταλέγεται στην πλέον συντηρητική πτέρυγα του κόμματός του και θεωρείται ο αρχιτέκτονας του δεξιού – ακροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού του Λαϊκού Κόμματος και του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων του διαβόητου Γεργκ Χάιντερ, που βρέθηκε στην εξουσία από τον Φεβρουάριο του 2000 έως τον Δεκέμβριο του 2006.

Η κυβέρνηση εκείνη, υπό τον καγκελάριο Βόλφγκανγκ Σιούσελ, τότε αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, υπήρξε η πλέον αμφιλεγόμενη κυβέρνηση στην μεταπολεμική Αυστρία και είχε προκαλέσει -λόγω της συμμετοχής της αυστριακής Ακροδεξιάς- πολύμηνες κυρώσεις εναντίον της από τις κυβερνήσεις των άλλων 14 (τότε) χωρών -μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο ρόλος του Αντρέας Κολ στο σχηματισμό της κυβέρνησης εκείνης, οδήγησε σήμερα διάφορους αναλυτές στη Βιέννη -και όχι μόνον- σε εικασίες ως προς το κατά πόσο ο υποψήφιος του Λαϊκού Κόμματος για το προεδρικό αξίωμα, θα μπορούσε να προσελκύσει και ψηφοφόρους του Κόμματος των Ελευθέρων, το οποίο εμφανίζεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών ως πρώτη πλέον πολιτική δύναμη στην Αυστρία, με ποσοστό πάνω από 30%.

Εικασίες υπήρξαν και ως προς το κατά πόσο ένας πιθανός μελλοντικός πρόεδρος Αντρέας Κολ, θα υποστήριζε τη συμμετοχή του Κόμματος των Ελευθέρων σε μία μελλοντική κυβέρνηση συνασπισμού στην Αυστρία.

Οι Ελεύθεροι δεν έχουν ανακοινώσει ακόμη έναν δικό τους υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές, ενώ ανώτατα στελέχη τους σε σημερινές τους δηλώσεις χαρακτήριζαν ως "μάλλον απίθανο" το ενδεχόμενο υποψηφιότητας για το ύπατο αξίωμα από τον ίδιο τον αρχηγό του κόμματος, Χάιντς Κρίστιαν Στράχε.

Οι Ελεύθεροι, είχαν τις προηγούμενες εβδομάδες επαφές και συζητήσεις για ενδεχόμενη υποστήριξη από μέρους τους της δικής της υποψηφιότητας, με την πρώην πρόεδρο του Αυστριακού Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιρμγκαρντ Γκρις, η οποία είναι γνωστή για τις ιδιαίτερα συντηρητικές τοποθετήσεις της και ήδη έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να διεκδικήσει ως υποψήφια, το προεδρικό αξίωμα στη χώρα.

Την δική του υποψηφιότητα ως ανεξάρτητος -αλλά με την υποστήριξη του κόμματος- είχε ανακοινώσει την περασμένη Παρασκευή και ο πρώην αρχηγός (επί ένδεκα χρόνια) του κόμματος των Πράσινων, της αυστριακής αντιπολίτευσης Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν.

Καθώς το αυστριακό Σύνταγμα προβλέπει μόνον δύο εξαετείς θητείες για το ίδιο πρόσωπο ως ομοσπονδιακό πρόεδρο, δεν μπορεί να είναι για τρίτη φορά υποψήφιος ο νυν κάτοχος του αξιώματος Χάιντς Φίσερ, ο οποίος βρίσκεται στο ύπατο αξίωμα από το 2004, έπειτα από τις εκλογικές νίκες του στις προεδρικές εκλογές τον Απρίλιο του 2004 και τον Απρίλιο του 2010 (με συντριπτική πλειοψηφία 79%), αντίστοιχα.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ