Στις αρχές του 1811, η καλή κοινωνία της Νέας Ορλεάνης προετοιμαζόταν για το ετήσιο καρναβάλι του Μαρντί Γκρα. Οι ιδιοκτήτες των…
φυτειών της περιοχής κατάστρωναν ολονύκτια πάρτι και οι σύζυγοί τους σχεδίαζαν με ανυπομονησία τα αποκριάτικα κοστούμια και παιχνίδια τους.

Αυτό που δεν γνώριζαν ωστόσο, είναι ότι, την ίδια στιγμή, οι σκλάβοι τους προετοίμαζαν τα δικά τους σχέδια: Μια εξέγερση που έλαβε χώρα στις 8 Ιανουαρίου της ίδιας χρονιάς και εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη απόπειρα ένοπλης αντίστασης κατά της δουλείας, ως προς τον αριθμό των σκλάβων που συμμετείχαν, αλλά και τον αριθμό εκείνων που θανατώθηκαν.

Οι σκλάβοι που έλαβαν μέρος στη εξέγερση γνώριζαν εκ των προτέρων ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, η τιμωρία τους θα ήταν η θανατική ποινή. Εξάλλου, καμία εξέγερση απ’ όσες είχαν εκδηλωθεί στη Λουιζιάνα δεν είχε επιτυχημένη έκβαση. Όμως, αυτό που τους έδινε θάρρος ήταν το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες φυτειών ήταν απασχολημένοι με το καρναβάλι, ενώ και ο αμερικανικός στρατός βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ισπανούς.

Για 200 ολόκληρα χρόνια, το περιστατικό παρέμεινε ξεχασμένο. «Πρόκειται για ένα τμήμα της πολιτικής αμνησίας των ΗΠΑ», δήλωσε στο NPR, το αμερικανικό δημόσιο ραδιόφωνο, ο Ντάνιελ Ράσμουσεν, συγγραφέας του σχετικού βιβλίου Αμερικανική Επανάσταση: Η Άγνωστη Ιστορία της Μεγαλύτερης Εξέγερσης Σκλάβων στην Αμερική, το οποίο κυκλοφόρησε το 2011.

Όπως εξηγεί ο Ράσμουσεν, στις αρχές του 19ου αιώνα, πλούσιοι καλλιεργητές ζάχαρης κυριαρχούσαν στα εδάφη της Λουιζιάνα, η οποία είχε πρόσφατα τεθεί υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι καλλιεργητές αντλούσαν τη δύναμή τους όχι μόνο από τις επενδύσεις στη γη, αλλά και από τη βία που ασκούσαν πάνω στην ανθρώπινη «περιουσία» τους, τους σκλάβους. Νέοι και δυνατοί άντρες από την Αφρική και τις Δυτικές Ινδίες εισέρρεαν στη Λουιζιάνα, για να δουλέψουν υπό αντίξοες συνθήκες. Κατά τον Ράσμουσεν οι φυτείες θα μπορούσαν κάλλιστα να περιγραφούν ως στρατόπεδα θανάτου. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι το 90% των νοικοκυριών είχε στην κατοχή του σκλάβους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν και τα τρία τέταρτα του συνολικού πληθυσμού μέχρι το 1810.

Όμως για ποιο λόγο οι σκλάβοι αποφάσισαν να εξεγερθούν στις 8 Ιανουαρίου; Σύμφωνα με τον συγγραφέα οι αιτίες είναι τρεις: Πρώτον, στις 6 Ιανουαρίου εκείνης της χρονιάς είχε ξεκινήσει η περίοδος του Μαρντί Γκρα. Χάρη σε αυτό, θα μπορούσαν να αιφνιδιάσουν τους ιδιοκτήτες φυτειών. Δεύτερον, ο κυβερνήτης της περιοχής, Γουίλιαμ Κλέιμπορν, είχε ήδη στείλει από τον Δεκέμβριο του 1810 το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανών στρατευμάτων του στο Μπατόν Ρουζ της Αλαμπάμα, για να πολεμήσει τους Ισπανούς. Έτσι, οι σκλάβοι υπολόγιζαν ότι θα αντιμετωπίσουν λιγότερα εμπόδια στον αγώνα για την ανεξαρτησία τους. Τρίτον, τέσσερις μέρες πριν από την εξέγερση, μια καταιγίδα είχε φράξει τους δρόμους με λάσπη, κι έτσι οι Αμερικανοί δεν θα μπορούσαν να μεταφέρουν το πυροβολικό τους στην περιοχή.

Η εξέγερση ξεκίνησε στις φυτείες του διοικητή της πολιτοφυλακής, Μάνουελ Αντρέ. Ένα απ’ τα πλέον κεντρικά της πρόσωπα ήταν ο έμπιστος σκλάβος του Αντρέ, Τσαρλς Ντελόν. Ο τελευταίος απολάμβανε περισσότερα προνόμια από τους υπόλοιπους, δούλευε ως επιστάτης στις φυτείες και ήταν υπεύθυνος για την «σωστή» διαγωγή των σκλάβων. Με άλλα λόγια, τιμωρούσε τους απείθαρχους και καταδίωκε όσους προσπαθούσαν να αποδράσουν. Η ιδιαίτερη μεταχείριση που είχε πιθανότητα οφείλεται στο γεγονός πως ο πατέρας του ήταν λευκός ιδιοκτήτης φυτειών. Ο Ντελόν, όπως απέδειξε η μετέπειτα διαγωγή του, ήθελε να φαίνεται αρεστός και να αποπνέει εμπιστοσύνη, ώστε να κατορθώσει κάποια στιγμή να οδηγήσει τους συντρόφους του στην ανατροπή των φυλετικών ανισοτήτων και του ρατσισμού.

Ο συνολικός αριθμός των σκλάβων που είχαν το θάρρος να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους κυμαινόταν από 200 μέχρι 500 άτομα και προερχόταν από διάφορες φυτείες της περιοχής. Αφού κατέλαβαν τη φυτεία και σκότωσαν το γιο του Αντρέ, εφοδιασμένοι με όπλα, μαχαίρια και τσεκούρια, οι σκλάβοι κινήθηκαν προς την επόμενη φυτεία με τελικό προορισμό τη Νέα Ορλεάνη. Στο δρόμο τους έκαψαν σπίτια και σκότωσαν ένα ακόμα άτομο. Πρόκειται για το δεύτερο και τελευταίο θύμα απ’ την πλευρά των ιδιοκτητών φυτειών. Αντίθετα, οι σκλάβοι που σκοτώθηκαν ανέρχονταν γύρω στους 100. Η εξέγερση διήρκησε μόλις 48 ώρες, αφού τελικά την κατέστειλαν δυνάμεις υπό τις διαταγές του Αντρέ.

Ο Ντελόν θανατώθηκε βίαια, για παραδειγματισμό. Αφού τον ακρωτηριάσαν και τον πυροβόλησαν, έριξαν το σώμα του στην πυρά. Ακόμα, πολλοί σκλάβοι αποκεφαλίστηκαν και τα κεφάλια τους τοποθετήθηκαν σε πασσάλους που κάλυπταν έκταση 40 μιλίων προς τη Νέα Ορλεάνη.

Σύμφωνα με τον Ράσμουσεν, ο κύριος λόγος που η συγκεκριμένη εξέγερση δεν είχε γίνει ευρέως γνωστή ήταν η αλλοίωση της ιστορίας από τους ιδιοκτήτες σκλάβων και τους πολιτικούς της εποχής. Στην προσπάθειά τους να μη θίξουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα υποβίβασαν το γεγονός σε μια ασήμαντη κίνηση, ανάξια αναφοράς. Χαρακτήρισαν τους σκλάβους ως κοινούς εγκληματίες που σκοπός τους ήταν να προκαλέσουν αναταραχή στην περιοχή. «Ήθελαν να τους στερήσουν τον τίτλο του επαναστάτη και το πέτυχαν», τονίζει ο συγγραφέας, καθώς οι μεταγενέστεροι παρατηρητές της ιστορίας δεν αμφισβήτησαν τα αρχεία που άφησαν πίσω.

Πηγή