Ανάμεσα σε καφέδες και αγκαλιές με το προσωπικό του μαγαζιού όπου… συναντηθήκαμε και βαρώντας δυνατά το τραπέζι όταν αισθάνεται ότι η αλήθεια που ομολογεί τον ξεπερνά, ο περίφημος «Μαγκάρετ» μάς τα λέει όλα σταράτα: για τις δύσκολες μέρες που κοιμόταν στα παγκάκια, τον καημό του, τον πόνο του για την Ελλάδα της ξενιτιάς και το περίφημο ζεϊμπέκικο της Ολγας, αλλά και τη συνεργασία του με τη Ραλλία Χρηστίδου στις «Γραμμές», το κέντρο όπου εμφανίζεται

Μας υποδέχεται με ένα διάπλατο χαμόγελο στην «αράχτρα» του, όπως αποκαλεί το στέκι του, το «Αίθριο» στο Νέο Φάληρο, την περιοχή απ’ όπου ξεκίνησε εκείνες τις δύσκολες μέρες που το μεροκάματο δεν είχε χτυπήσει ταβάνι και η δημοσιότητα ήταν ακόμα μακριά. Μαζί του στο καφέ βρίσκεται και ένας φίλος του με τον οποίο μοιράζονται ένα πολύτιμο μυστικό: το βιβλίο που ετοιμάζει με θέμα την ίδια τη ζωή του -«για τον Γιώργο τον πιτσιρικά, τον απλό όχι τον Μαργαρίτη, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ», μας λέει.

– Τι κάνει αλήθεια τον Μαργαρίτη να ανεβαίνει κάθε βράδυ στην πίστα και να λέει «θα τα δώσω όλα»;
Κοίταξε, όταν περνάνε τα χρόνια, μιλάει η εμπειρία και η πείρα. Αυτή σου δείχνει τον δρόμο. Και αυτή δεν διδάσκεται: πρέπει να έρθει η ώρα που θα ζήσεις κάθε πράγμα, που θα το απολαύσεις. Ο,τι και να σου πω, αν δεν βιώσεις τις ίδιες εμπειρίες και δεν έρθεις στη θέση μου, δεν θα καταλάβεις. Απλώς μπορείς να συλλάβεις αυτά που σου λέω και να σε βοηθήσουν να περάσεις ευκολότερα στην πράξη. Εμείς οι παλιότεροι, που είμαστε όλοι παιδιά των μεγάλων δημιουργών, τραγουδούσαμε διαφορετικά όχι για άλλον λόγο, αλλά γιατί είχαμε άλλα βιώματα. Διαφορετικά από αυτά που μπορεί να έχει η κάθε νέα και εξαιρετική τραγουδίστρια όπως η Ραλλία Χρηστίδου, με την οποία εμφανιζόμαστε μαζί στο μαγαζί. Γι’ αυτό και δεν συμφωνώ με όσους κατακρίνουν τους σημερινούς τραγουδιστές και λένε ότι όλα τα τραγούδια είναι ίδια: δεν φταίνε αυτοί, τα τραγούδια φταίνε που αποδίδουν διαφορετικά βιώματα από τις εποχές εκείνες.

– Τι κρατάτε από τον Γιώργο του τότε;
Θέλω να θυμάμαι μόνο τα καλά πράγματα. Πάντα υπάρχουν άσχημα στη ζωή, αλλά αν το φιλοσοφήσεις, ακόμα και το κακό έχει δύο όψεις. Θα σου πω ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: εργαζόμουν σε κάποιο μαγαζί όπου εμφανιζόταν μια μεγάλη φίρμα. Επειδή ακριβώς εκείνος είχε καταλάβει ότι πάω καλά και ότι έχω επιτυχία, κάποια στιγμή κατάφερε να με εκτοπίσει και να με διώξει από το μαγαζί. Για την ακρίβεια, με κοίταξε και μου είπε: «Επειδή βλέπω ότι έχεις επιτυχία και ότι θα πάρεις το γάλα των παιδιών μου, θα σε διώξω». Εγώ τότε πιτσιρίκος ήμουν, δεν με πολυπείραζε, γελούσα κιόλας. Οταν πέρασαν λοιπόν τα χρόνια και ήρθε η ώρα να βγάλω τον καημό μου -και το πίστευα από 20 χρονών ότι ο καημός μου θα βγει κάποια στιγμή-, ο ίδιος άνθρωπος ήρθε να με βρει στον χώρο όπου τραγουδούσα τότε. Ηταν εδώ κοντά, το «Σεραφίνο», και αφού σηκώθηκε όρθιος στο μαγαζί, ύψωσε τα χέρια του και φώναξε «Μαργαρίτη, εγώ σε πίστεψα» – ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε με είχε διώξει. Είχε δίκιο. Και το καταλάβαινα την ώρα που οι υπόλοιποι έβλεπαν στο πρόσωπό του τον εχθρό. Αν και δεν ήταν ο πρώτος που με αναγνώρισε, αφού πρώτος ήταν ο Τσιτσάνης, που με κράτησε στην Αθήνα, και κατόπιν ο Καλδάρας, ο οποίος με πήγε δυο φορές στην Columbia για ακρόαση, ξέρω ότι ο άνθρωπος εκείνος με βοήθησε με την πράξη του αυτή. Τα πράγματα επομένως είναι σχετικά και πάντα έχουν μια καλή όψη, αρκεί να τη διακρίνεις.

– Υπάρχει όμως πολύς καημός και τώρα, έτσι δεν είναι;
Εδώ, ακριβώς απέναντι, μέχρι προχτές έμεναν οι πρόσφυγες και έβλεπα κάτι παιδιά από τη Συρία να μπαίνουν στο μαγαζί και να παραγγέλνουν καφέδες. Μιλάμε για λεβεντόπαιδα, ψηλά παλικάρια και όμορφα – ράγιζε η καρδιά μου που τα έβλεπα. Ηταν ωραία ντυμένα, μοντέρνα, με τα τηλέφωνά τους και τα πάντα. Μακάρι η πατρίδα μας -και το λέω πολύ σοβαρά- να είχε τις υποδομές και όλους αυτούς και άλλους τόσους να τους κάναμε δικούς μας. Μόνο συμφέρον θα είχαμε – και το εννοώ. Και εγώ όταν είχα έρθει από τα Τρίκαλα κοιμόμουν στα παγκάκια και στις εκκλησίες. Ηταν λίγες οι φορές που έπεφτα για ύπνο και δεν ζητούσε το στομάχι μου φαγητό. Γι’ αυτό, όπως και εγώ τότε, οι τραγουδιστές ήταν δυνατοί, είχαν πόνο μέσα τους, δεν τραγουδούσαν έτσι, αλλά από την ψυχή τους. Δεν βγήκαν να πάρουν λεφτά από τον κόσμο, δεν τα θέλανε τα λεφτά. Αλλο μετερίζι είχαν.

– Δεν νιώθουν όμως τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο και οι άνθρωποι σήμερα;
Ούτε την πατρίδα τους; Μα πρέπει να την αγαπάς την πατρίδα για να σου λείπει. Ο καθένας πάντως βιώνει τον δικό του πόνο: εμείς ήμαστε εννιά παιδιά -το ένα μάλιστα είχε φύγει από την πείνα- και λιμοκτονούσαμε, αλλά ο πατέρας μου είχε άλλον καημό. Επειδή δεν πρόλαβε να γνωρίσει πατέρα συνήθιζε να μας λέει, την ώρα που η μάνα μας έβγαζε το ταψί με τη μανέστρα την παγωμένη για να την κόψει στα εννιά, «τι ανάγκη έχετε εσείς αφού έχετε τον πατέρα σας;». Εγώ δεν το καταλάβαινα, αλλά αυτός για άλλο πονούσε, για το ότι δεν γνώρισε τον πατέρα του.

– Εσείς τι συμβουλή θα δίνατε στα παιδιά σας;
Δεν θέλω να δίνω συμβουλές, δική τους είναι η ζωή. Το μόνο που λέω στα δυο μου παιδιά, που τελειώσανε την ΑΣΟΕΕ και παίρνουν τον δικό τους δρόμο, είναι να φροντίζουν να περνάει και ο διπλανός τους καλά, αν θέλουν αυτοί να περνάνε καλά.

– Είστε πάντα τόσο ανοιχτός – γι’ αυτό μιλάτε για τα δικαιώματα των γκέι κ.λπ.;
Σε αυτή τη γη δεν περισσεύει κανένας. Γιατί να μην μπορέσουν δηλαδή κάποιοι άντρες που θα θελήσουν να βοηθήσουν τα παιδιά που άφησαν κάποιες φοβισμένες μητέρες να μεγαλώσουν και να αγαπηθούν; Αν μπορέσουν να βοηθήσουν και να τα μεγαλώσουν, γιατί να μην το κάνουν;

– Με την εξουσία είχατε πάρε-δώσε; Με τους πολιτικούς;
Εγώ είμαι τραγουδιστής των απλών ανθρώπων και της άλλης πλευράς. Οταν λέω της άλλης πλευράς, εννοώ ότι ποτέ μου δεν είχα καμία σχέση με τους Μπρούκληδες. Με τους απλούς ανθρώπους χαριεντίζομαι, τον μεροκαματιάρη, τον εργαζόμενο… Μου αρέσει να περπατάω και να με χαιρετάνε οι εργάτες. Μεγάλη χαρά παίρνω από αυτό.

– Οταν όμως έρχεται η κυβερνητική εκπρόσωπος Ολγα Γεροβασίλη στο μαγαζί σας;
Εγινε μεγάλος χαμός. Μου αρέσει που μου δίνεις την ευκαιρία να ευχαριστήσω δημόσια την Ολγα. Μακάρι να έρθουν και άλλοι πολιτικοί στα μαγαζιά να δουν πώς τα καταντήσανε, που έφτασαν τα σχήματα να δουλεύουν μόνο το Σάββατο. Ας έρθει οποιοσδήποτε πολιτικός, όπως έκανε η Γεροβασίλη, να δει τι συμβαίνει. Δεν έκανε κάτι κακό. Ασε που το ’χει κιόλας. Και από τότε το «Ασε τα ματάκια σου», που είναι το ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη, έμεινε ως το ζεϊμπέκικο της Γεροβασίλη. Δεν είναι φίλη μου, αλλά θα ήθελα το παράδειγμά της να ακολουθήσουν και άλλοι. Δουλεύει τόσος κόσμος στα νυχτερινά μαγαζιά. Το έχω πει, άλλωστε, δεν θέλουμε μόνο πρωθυπουργό της ημέρας, αλλά και της νύχτας.

– Αν έρθει ο Αλέξης Τσίπρας, τι τραγούδι θα του παίξετε;
Ο,τι θέλει. Νέος άνθρωπος είναι. Φοβάμαι πάντως πως, αν δεν τα καταφέρει και ο Αλέξης, άσ’ τα να πάνε. Καήκαμε.

– Εσείς πάντως τον στηρίζετε…
Δεν έχω ούτε συμφέρον, ούτε τίποτα με κανέναν. Ολοι ίδιοι είμαστε, όλοι Ελληνες είμαστε, εμένα με ενδιαφέρει να μπορούμε να συζητάμε και να συνδιαλεγόμαστε. Δεν γίνεται να λέμε ότι εμείς διδάξαμε τη δημοκρατία και να μην το κάνουμε στην πράξη. Πιο μάγκες είναι οι άλλοι από εμάς; Δεν είμαι πολιτικός, ούτε μιλάω ως ειδικός, το μόνο που ξέρω είναι ότι περπατάω στον δρόμο και βλέπω γερμένα κεφάλια και χαμόγελα με καημό. Δεν είμαστε πια χαρούμενος λαός. Και αυτό με θλίβει.

– Πάντως, μοιάζετε λίγο με γιατρό, με ψυχίατρο, αφού έρχονται τόσοι να σας πουν τον πόνο τους και σας ζητάνε ανάλογα τραγούδια…
Δεν είμαι μόνο ψυχίατρος. Είμαι καρδιολόγος ανοιχτής καρδιάς.

– Τώρα που λέτε καρδιές, πώς βλέπετε τις σχέσεις γυναικών – αντρών;
Μα, τι μου λες τώρα, αφού οι γυναίκες κυβερνάνε! Ποιος τις έχει ενοχλήσει αφού αυτές είναι τα αφεντικά; Είναι στενάχωρο να βλέπεις τις γυναίκες να κοιτάνε το πορτοφόλι μόνο ξεχνώντας πως δεν αρκεί αυτό όταν θέλεις να κάνεις οικογένεια. Αν το ζευγάρι είναι ενωμένο και αγαπημένο, θα έρθει κι η καλή τους μέρα. Μόνο να έχει υπομονή και να μη χωρίσει. Και οι νέοι σήμερα δεν έχουν υπομονή. Πολλοί μου λένε «δεν βρίσκουμε γυναίκες» ή οι γυναίκες «δεν βρίσκουμε άντρες». Μα τι λέτε, ρε παιδιά; Τόσες ωραίες γυναίκες κυκλοφορούν και τόσα παλικάρια βρίσκονται εκεί έξω με καλή καρδιά. Και αυτό αρκεί. Τι να το κάνεις το χρήμα; Ούτε ο Ωνάσης δεν το πήρε μαζί, αν και ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος. Τον πήγαινα πολύ. Κάποτε έτυχε να είμαι έξω από ένα μεγάλο μαγαζί και τον είδα με τα μάτια μου πώς μοίραζε χρήματα στους παρκαδόρους και τον απλό κόσμο. Γενναιόδωρος τύπος, ωραίος. Ας δώσουνε λοιπόν κάτι στον κόσμο όλοι οι υπόλοιποι που έχουν. Αλλά το σύστημα είναι ένοχο και οδηγεί στα όρια τους φτωχούς και τους ανήμπορους.

Πραγματικά με πιάνει η καρδιά μου με τους συνταξιούχους. Κάνουν μεγάλο κακό οι κυβερνήσεις να μην επιτρέπουν στους ηλικιωμένους να ζήσουν τα τελευταία τους χρόνια με αξιοπρέπεια. Πώς θα μας χαιρετήσουνε, ρε παιδιά; Θα μας μουντζώσουν με χέρια και πόδια. Ενώ οι νέοι θα τη βρουν την άκρη, όπως λέει και ένα τραγούδι: «Ο νέος άνθρωπος έχει τη δύναμη κάθε φουρτούνα να την περάσει». Ο ηλικιωμένος όμως δεν μπορεί. Και όλοι πρέπει να βοηθήσουμε και να βρούμε το κουράγιο να αντέξουμε. Ερχονται δύσκολες εποχές και φοβάμαι μη μας πάρει το τσουνάμι.