Η πρόταση της κυβέρνησης για το Ασφαλιστικό είναι τελική, ανέφερε κυβερνητική εκπρόσωπος, Όλγα Γεροβασίλη, σε σημερινή συνέντευξή της στον ρ/σ «Παραπολιτικά 90,1″, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο για «μια μικρή…

 

μεταβολή στο θέμα των ασφαλιστικών εισφορών των αυτοαπασχολούμενων». Προσέθεσε ότι το ασφαλιστικό θέμα συνδυάζεται και με το τι πληρώνει κάποιος στην εφορία.

Αναφορικά με την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών, επισήμανε ότι παρά την εξαιρετική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών τα τελευταία χρόνια, αυτό δεν συνέβαλλε καθόλου στην ανάσχεση της ανεργίας ή της μαύρης εργασίας, και σημείωσε ότι η μικρή αύξηση που συζητά η κυβέρνηση, προκειμένου να καταστεί το συνταξιοδοτικό σύστημα βιώσιμο, δεν δημιουργεί πρόβλημα.

Ανέφερε, επίσης, ότι η κυβέρνηση αναμένει τις επόμενες μέρες τις απόψεις των θεσμών επί της πρότασης της κυβέρνησης, προσθέτοντας ότι υπάρχουν εικασίες ή ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες περί πιθανών διαφωνιών των εταίρων και του ΔΝΤ για το ζήτημα των εργοδοτικών εισφορών, διαφωνίες τις οποίες απέδωσε, κυρίως, σε διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις για την αγορά, την οικονομία και για τον τρόπο που αυτή καθορίζεται, και όχι βασιζόμενες επί πραγματικών δεδομένων.

Για τα ταξίδια του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου, είπε πως σχετίζονται με το Ασφαλιστικό, ενώ σε εκείνα του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου προστίθενται και τα φλέγοντα θέματα οικονομίας, τα οποία «θα είναι για την επόμενη περίοδο, μέχρι και την πρώτη αξιολόγηση όλα στο τραπέζι διαρκώς».

Η κ. Γεροβασίλη εκτίμησε ότι το Ασφαλιστικό θα πρέπει να έχει ψηφιστεί εντός του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου, τονίζοντας ότι «για όλα αυτά, όπως και για τις ρυθμίσεις σχετικά με τα κόκκινα δάνεια και το Μεσοπρόθεσμο, ο στόχος της κυβέρνησης -για να είναι και τα χρονοδιαγράμματα έγκαιρα και να φτάσουμε έγκαιρα στην πρώτη αξιολόγηση- είναι μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου να έχουν ψηφιστεί τα συγκεκριμένα θέματα».

Αποσαφήνισε ότι οι προτάσεις Κατρούγκαλου έχουν κοστολογηθεί και ανταποκρίνονται στο 1,8 δισ. που απαιτείται για το Ασφαλιστικό σύστημα το 2016, έτσι ώστε αυτό το ποσό «να προκύψει από αύξηση των εισφορών, να τροφοδοτηθεί δηλαδή το σύστημα με χρήματα και όχι να αφαιρεθούν από τις συντάξεις».

Σχετικά με δηλώσεις της, των προηγούμενων ημερών, επί ανακοινώσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η κ. Γεροβασίλη είπε ότι συνιστούσαν απαντήσεις «σε διάφορες κορώνες και μικροπολιτικές σκοπιμότητες που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα» και ουδόλως αποσκοπούσαν σε τορπιλισμό του κλίματος. «Δεν είναι αυτός ο στόχος. Ο στόχος, όμως, είναι να μιλήσουμε επί του πραγματικού», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «από την πλευρά τής κυβέρνησης ο διάλογος και η πρόσκληση (για συναίνεση) θα είναι διαρκής, αλλά αυτό δεν εξαρτάται πια μόνο από την κυβέρνηση».

«Έχει και την άλλη πλευρά, η οποία θα πρέπει κι εκείνη να αποφασίσει, εάν θέλει, να μπει σε έναν τέτοιο διάλογο ή όχι. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε τέτοια δείγματα», προσέθεσε.

Η κ. Γεροβασίλη σημείωσε ακόμη ότι η πρόταση για το Ασφαλιστικό έχει συζητηθεί και είναι γνωστή σε όλους τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ «και είναι μια πλήρως αποδεκτή πρόταση». Ανέφερε, επίσης, ότι «έχουν γίνει όλα όσα απαιτούνται να γίνουν σε μία συλλογική διαδικασία, μιας συζήτησης που ακόμη συνεχίζεται».

Ερωτηθείσα αν φοβάται απώλειες, είπε ότι το Ασφαλιστικό, πέραν του ότι η πρόταση της κυβέρνησης «είναι ολοκληρωμένη και κοστολογημένη με όλες τις παραμέτρους που απαιτούνται για να γίνει κατανοητή και προς τους κοινωνικούς εταίρους και προς τους θεσμούς», συνιστά ένα «εθνικό ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο», με τον σχετικό διάλογο να ισχυροποιείται «ακόμα και με διαφωνίες».

Η κ. Γεροβασίλη απέκλεισε κατηγορηματικά, την ύπαρξη οποιουδήποτε θέματος διεύρυνσης του κυβερνητικού σχήματος, και τα περί «φλερτ με το κόμμα του κ. Λεβέντη», παραπέμποντας στην πρόσφατη ετυμηγορία του ελληνικού λαού.

Ερωτηθείσα αν υπάρχει αντίστοιχο «φλερτ» με μεμονωμένους βουλευτές από το Ποτάμι είπε πως «είναι άλλο ζήτημα εάν κάποιοι, εάν ζητάμε, εάν το θέλαμε μάλλον, να στηρίξουν κάποιες επιλογές κυβερνητικές, ούτως ώστε να είναι ευρύτερες κοινοβουλευτικές συνεργασίες -στηρίξεις μάλλον- και είναι άλλο συνεργασίες σε κυβερνητικό επίπεδο. Αυτό δεν υπήρχε ποτέ ως θέμα και φυσικά δεν υπάρχει».

Στην ερώτηση αν η κυβέρνηση «προτιμά κάποιον» ως αρχηγό της ΝΔ, μεταξύ των κκ Μεϊμαράκη και Μητσοτάκη, είπε ότι η κυβέρνηση δεν εμπλέκεται στις εσωκομματικές διαδικασίες του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προσθέτοντας, ταυτόχρονα, ότι πέραν του ενδιαφέροντος με το οποίο η κυβέρνηση παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις, «η στάση της αντιπολίτευσης και η εμφάνιση εικόνας διάλυσης της ΝΔ, που έχει εδώ και πολύ καιρό, δεν ευνοεί το πολιτικό σύστημα και δεν ευνοεί τις πολιτικές εξελίξεις. Θα πρέπει γρήγορα -θα έπρεπε και γρηγορότερα- να έχει τελειώσει αυτή διαδικασία για να μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός, διάλογος».