Θεοφάνεια, Επιφάνεια ή Φώτα, τρεις διαφορετικές ονομασίες…
για μία μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή.

Η ονομασία της προκύπτει από τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, που σύμφωνα με τις Γραφές συνέβη κατά τη Βάπτιση του Ιησού. Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω».

Στις Δυτικές Εκκλησίες, τα Θεοφάνεια είναι περισσότερο συνδεδεμένα με την προσέλευση και την προσκύνηση των Τριών Μάγων στη Φάτνη της Γέννησης του Ιησού.

Τα Επιφάνεια δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα πότε καθιερώθηκε να εορτάζονται. Ωστόσο, σίγουρα αποτελούν μία από τις αρχαιότερες εορτές της Εκκλησίας μας. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κάνει λόγο για κάποιους αιρετικούς Γνωστικούς που από τις αρχές του 2ου αι. γιόρταζαν τη Βάπτιση του Ιησού. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια τη Μεγάλη και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί. Κατά τον 4ο αι. τα Θεοφάνεια γιορτάζονται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας διά του Αγίου Βαπτίσματος, εξ ου και η ονομασία «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων». Είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου που ξεκινά με τα Χριστούγεννα και εορτάζονται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου.

Ο Μέγας Αγιασμός που λαμβάνει χώρα εντός των Εκκλησιών και η Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού που ακολουθεί τον Μεγάλο Αγιασμό είναι οι δύο κυριότερες τελετές των Θεοφανείων: ο Σταυρός καταδύεται σε θαλάσσιο χώρο λιμανιών, σε όχθες ποταμών ή λιμνών και στην ανάγκη σε δεξαμενές νερού, κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην πρωτεύουσα, η επίσημη κατάδυση ορίστηκε να γίνεται από το 1900 στον Πειραιά, ενώ παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς της χώρας.

Η Ελλάδα είναι πλούσια σε έθιμα και εκδηλώσεις για την εορτή των Φώτων: αρχής γενομένης από την παραμονή της, τα κάλαντα των Φώτων ψάλλονται από τα παιδιά σε πολλές παραλλαγές. Οι περισσότερες αρχίζουν με τους στίχους «Σήμερα είν’ τα Φώτα και ο φωτισμός / και χαρά μεγάλη και αγιασμός…». Επιπλέον, ο Αγιασμός των οικιών από τους ιερείς, ο οποίος στην Ελλάδα γίνεται για πρώτη φορά την παραμονή των Θεοφανείων και λέγεται «Μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». Με την Πρωτάγιαση, ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το Σταυρό και ένα κλονί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών για να φύγει μακριά κάθε κακό. Επιπρόσθετα, έθιμο αποτελεί και το «πιάσιμο του Σταυρού» από κολυμβητές, τους λεγόμενους Βουτηχτάδες, κατά την τελετή της Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού. Γίνεται από νεαρά, κυρίως, άτομα που βουτούν στα παγωμένα νερά για να πιάσουν πρώτα τον Σταυρό και να λάβουν την ευλογία του ιερωμένου, αλλά και να δεχθούν τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών τους.

Αλλά και τα ρουγκατσάρια, οι αράπηδες, οι καμήλες, οι μπαμπόγεροι, οι μωμόγεροι, οι φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανείων:

– Στη Θεσσαλία, ανήμερα της εορτής αναβιώνουν τα ρουγκάτσια (ρουγκατσάρια). Αποτελούνταν από ομάδες (10-15 μεταμφιεσμένων ατόμων) οι οποίες περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι παίρνοντας την ανάλογη αμοιβή. Μερικά από τα απαραίτητα μέλη του κάθε ομίλου ήταν ο γαμπρός, η νύφη (νέος μεταμφιεσμένος), ο παπάς, ο παππούς, ο γιατρός και οι «αρκουδιάρηδες», ενώ εντυπωσιάζει ο αριθμός των τραγουδιών με τα οποία οι ρουγκατσάρηδες συνόδευαν το πέρασμά τους. – Στην Καστοριά, αναβιώνουν τα «ραγκουτσάρια». Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και με μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική, αποσκοπούν στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Μάλιστα, ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα.

– Το ίδιο έθιμο ζει και σε χωριά της Δράμας με την ονομασία ροκατζάρια. Οι κάτοικοι με τρομακτικές μάσκες και εκκωφαντικούς θορύβους από τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους.

– Τα μπαμπούγερα, πάλι, είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις στην Καλή Βρύση της Δράμας. Από το πρωί της παραμονής, οι γυναίκες σκορπίζουν με το δεξί χέρι στάχτη γύρω από το σπίτι προφέροντας ξορκιστικές λέξεις για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Μετά το τέλος της τελετής του αγιασμού των υδάτων τα μπαμπούγερα συγκεντρώνονται έξω από την εκκλησία. Η αμφίεσή τους είναι ζωόμορφη και ομάδες – ομάδες ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα.

– Οι μωμόγεροι είναι ποντιακό έθιμο από τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας. Είναι σατιρικό και αναβιώνεται κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, αλλά μερικές φορές και έως τα μέσα του Φεβρουαρίου. Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της ελληνικής προέλευσής τους και ένας τρόπος να ξεχαστούν από την τουρκική δουλεία και τις βίαιες εξισλαμίσεις.

Το έθιμο είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου κατοικούν Πόντιοι. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια-σύμβολα του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα το παρελθόν, η νύφη το μέλλον, το άλογο την ανάπτυξη, ο γιατρός την υγεία, ο στρατιώτης την υπεράσπιση, η αίγα (κατσίκα) τα τρόφιμα και ο Άγιος Βασίλης το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες.

– Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής, τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό, ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.

– Στον Άγιο Πρόδρομο της Χαλκιδικής, πρωταγωνιστούν οι φούταροι. Την παραμονή των Θεοφανείων, νεαροί άντρες λένε τα κάλαντα μαζεύοντας κρέας, λουκάνικα και χρήματα και την ημέρα του Άη Γιαννιού χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Όταν κάνουν διάλειμμα, τρέχουν να πάρουν από ένα ρόπαλο και όταν ξαναμπαίνουν στο χορό πετούν τα ρόπαλα ψηλά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη για να σηματοδοτήσουν το τέλος του Δωδεκαημέρου.

– Αλλά και στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής, στολίζεται η καμήλα μετά τον αγιασμό των υδάτων. Συνήθως έξι άντρες μπαίνουν κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας βαδίζοντας ρυθμικά ή χορεύοντας, κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός πραγματικού γεγονότος, την απαγωγής μιας όμορφης κοπέλας από το γιο του Τούρκου επιτρόπου στα τέλη του 19ου αι. Ο αγαπημένος της για να την ξαναπάρει πίσω έστησε γλέντι και για να μπει στο τουρκικό σπίτι έφτιαξε ομοίωμα καμήλας κάτω από το οποίο κρύφτηκαν οι φίλοι του. Αφού έκρυψαν την κοπέλα κάτω από την καμήλα, την έβγαλαν έξω και την επομένη τη στεφάνωσαν με τον αγαπημένο της πριν προλάβουν να την ξαναπάρουν οι Τούρκοι.

– Σε χωριά της Καβάλας και της Δράμας, αναβιώνει το έθιμο των αράπηδων. Άντρες ντύνονται με προβιές και ζώνονται κουδούνια. Λέγεται ότι οι αράπηδες ήταν πολεμιστές που μετείχαν στην εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και έδιωξαν με τους αλαλαγμούς τους ελέφαντες των Ινδών.
Πηγή