Η κατοικία του Μεχμέτ Τάγου, τα ονομαστά ‘’κονάκια του μπέη ‘’βρί¬σκονταν στο νότιο άκρο των Γρεβενών, κοντά στον…
Γρεβενίτικο ποταμό λίγο πιο κάτω από τη σμίξη του Αύλίτη, του καθαυτό Γρεβενίτικου ποταμού, με τον Δοξανίτικο ποταμό κι απέναντι από τη θέση «Τσακάλια». Σωζόταν σχεδόν ανέπαφη ως τα τελευταία χρόνια (λίγο πριν από τον τελευταίο παγκόσμιο πό¬λεμο), οπότε κατεδαφίστηκε από τον τελευταίο ιδιοκτήτη της μακαρίτη Αντρέα. Παπαλεξίου και πουλήθηκε όλη η περιοχή της για οικόπεδα σήμερα στο μέρος αυτό, κοντά στη γέφυρα, που οδηγεί προς την Καλαμπάκα, έχει κτιστεί ολό¬κληρος συνοικισμός σπιτιών• Κτισμένη σ’ ένα ορθογώνιο οικόπεδο. εκτάσεως περισσότερο από δέκα στρέμματα, αποτελούνταν από μια σειρά επιβλητικών σε όγκο, ύψος και εμφάνιση οικοδομημάτων, που τα περιέβαλλε ένα πελώριο και επιβλητικό τείχος ύψους δέκα περίπου μέτρων. Στις άκρες, μα και στο μισό τον μακρών πλευρών, της δυτικής και της ανατολικής, πανύψηλοι πύργοι χρησίμευαν σαν παρατηρητήρια και πολεμίστρες. Πάνω από τις μεγάλες σιδερέ¬νιες πόρτες (ή κύρια είσοδος βρισκόταν στη νοτιά πλευρά, προς το ποτάμι βρίσκονταν οι ζεματίστρες απ’ όπου ζεμάτιζαν με καυτό νερό, πίσσα ή λάδι, τον τολμηρό, που θα επιχειρούσε να τις παραβιάσει. Ως τα τελευταία διακρινόταν πάνω στους τοίχους οι χαρακιές του λαδιού η της πίσσας. Μέσα στους άδειους χώρους, που άφηναν τα χτισμένα κτήρια. έβοσκαν, όπως μάς πληρο¬φορούν οι Wace-Thompson, που τα επισκέφθηκαν και τα γνώρισαν από κον¬τά, τα άλογα και τα πρόβατα του νοικοκύρη.

Κατά την παράδοση, αλλά και από τις πληροφορίες των επιγραφών, που σώζονταν πάνω στις εξωτερικές πλευρές του τείχους, κτίσθηκε το 1829-30 αυτές τις ενδείξεις έφεραν οι επιγραφές κι ότι για την κατασκευή λένε ότι βοήθησαν με χρήμα και προσωπική εργασία όλα τα γύρω χριστιανικά χωριά. Και αυτό δεν είναι καθόλου απίθανο, αν σκεφτούμε το κλίμα που επικρατούσε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.Εχω υπόψη μου ότι στο χωρίο μου, τον Έλατο Γρεβενών, που ο πληθυσμός του ήταν μικτός, Τούρκοι και Έλληνες, οι χριστιανοί κάτοικοι των χωριών καλλιεργούσαν δωρεάν με προσωπική εργα¬σία τα κτήματα του σημαντικότερου Τούρκου γαιοκτήμονα του χωρίου και το πόσο άγριος και καταπιεστικός ήταν ο Μεχμέτ Τάγος. Τόση τρομοκρατία ασκούσαν στους χριστιανικούς πληθυσμούς τα αφεντικά του κτηρίου αυτού ώστε, όταν, μετά την απελευθέρωση και την ανταλλαγή των πληθυσμών έφυγαν οι Τούρκοι ιδιοκτήτες του και το κτήριο έμεινε έρημο και αφύλακτο, και τότε ακόμα κανένας δεν τολμούσε να το πλησιάσει. Μονάχα που και που, τα παιδιά, που δεν είχαν ζήσει τη φρίκη των χρόνων της σκλαβιάς (κι αυτός που γράφει τις γραμμές αυτές ανάμεσα σ’αυτά), σκαρφάλωναν από κάποιο χά¬λασμα και περιτριγύριζαν τα ερημικά κτήρια και τις χορταριασμένες αυλές, Ένα δέος, κάτι σαν φόβος και θαυμασμός, έπιανε τον περιπατητή, πού περιδιάβαζε. μέσα στην απόλυτη ησυχία και ερημιά, όπου δεν έφθανε ο θόρυβος και η αναταραχή της σύγχρονης ζωής, τα επιβλητικά απομεινάρια περασμένων μεγαλείων, πού παραδίνονταν σιγά σίγα στην καταστροφή και στο χαμό, κα¬τοικίες τώρα της κουκουβάγιας και της νυχτερίδας, και σαν άκουε τους θρύ¬λους και τις παραδόσεις για τις ωμότητες των κατακτητών, και σαν τον έ¬δειχναν, στην είσοδο κάποιου κτηρίου, το μέρος, όπου ήταν στημένη (ψέματα, αλήθεια; ποιός ξέρει) η λαιμητόμος. Ως τα τελευταία σωζόταν μπηγμένο στον τοίχο, ένα πλάγιο ξύλο, οπού στηριζόταν για να κοπεί το κεφάλι του καταδί¬κου. Κάπου εκεί κοντά έδειχναν ένα πηγάδι, οπού έριχναν, κατά την παράδοση πάντα, το κεφάλι τον καταδίκου.

ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΠΑΠΑΙΩΑΝΟΥ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΙΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1854
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΥ