Τον απολογισμό του περασμένου έτους έκανε κατά τον χαιρετισμό του προς την Ιεραρχία του θρόνου χθες ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ενώ εκ μέρους της …
Ιεραρχίας ο Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Νικαίας κ. Κωνσταντίνος, αντιφώνησε.

Στον χαιρετισμό του ασφαλώς ο Οικ. Πατριάρχης κάνει λόγο και για την προετοιμασία της Πανορθόδοξης Συνόδου αναγνωρίζοντας τα “παρουσιαζόμενα ἐμπόδια” και αφήνοντας παράθυρο ακύρωσης σημειώνοντας χαρακτηριστικά: “πιστεύομεν ότι, με την σύγκλησιν και το έργον αυτής κατά το αρξάμενον, τη Χάριτι του Κυρίου, έτος, άνευ τινός απροόπτου, θα συμβάλη εις την αντιμετώπισιν των πιεστικών εξωτερικών προκλήσεων”.

Ακολουθούν και οι δύο χαιρετισμοί:

Ἱερώτατοι καὶ προσφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας,
Ἐντιμότατε κύριε Εὐάγγελε Σέκερη, Γενικὲ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα,
Τέκνα τῆς ἡμῶν Μετριότητος ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

«Σὺ εἶ ἡ ζωὴ τῶν ζώντων, Κύριε… ἡ πάντων ζωαρχικὴ αἰτία καὶ δύναμις, ποιητικὴ Λόγε τοῦ Θεοῦ», ὁ «χρόνους καὶ καιροὺς ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος», εὐχαριστοῦμεν Σοι, τῷ μόνῳ ἐλεήμονι καὶ εὐσπλάγχνῳ, τῷ ἔχοντι ἀκατάληπτον ἀγαθότητος πέλαγος, τῷ γινώσκοντι τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἣν ἐδημιούργησας» (πρβλ. τροπάριον Παρακλητικῆς γ΄ ἤχου, σελ. 358)∙ ὅτι ἠξίωσας τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ πάντας ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὸν νέον ἐνιαυτὸν τῆς Χάριτός Σου, ἐντὸς ἑνὸς κόσμου ἀβεβαίου, ὅπου κλαγγαὶ ὅπλων καὶ κλαυθμοὶ καὶ ὀδυρμοὶ πανταχόθεν ἀκούονται καὶ φόβος καὶ τρόμος συνέχει τὸν ἄνθρωπον καὶ τὰ σύμπαντα.

Εὑρισκόμεθα, ἀδελφοί, εἰς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς νέου ἔτους. Ἐδῶ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔχομεν σήμερον τὴν δυνατότητα νὰ τὸ ἑορτάζωμεν πανηγυρικῶς. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία ἐργάζεται ἐν χρόνῳ καὶ ἐν τόπῳ, ἐξαγιάζουσα καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον ἀλλὰ καὶ σύνολον τὴν ἱστορίαν, πορευομένην πρὸς τὰ ἔσχατα.

***
Μὲ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ διήλθομεν ἓν εἰσέτι ἔτος τῆς χρηστότητός Του καὶ ἀπὸ τῆς σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς τὸν νέον ἐνιαυτόν, δοξάζοντες τὸν Κύριον, Ὅστις συγκαταβὰς κατέστησεν ἡμᾶς συμμετόχους τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς καὶ τῆς θείας παρουσίας καὶ ἐνεργείας Του.
Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, «ἐν ᾧ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν», παραμένει σύσκηνον, σύναιμον, σύσσωμον μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία λαμβάνει ὑπόστασιν ἐν τῷ χρόνῳ, παρ᾿ ὅλον ὅτι ὁ Θεὸς εὑρίσκεται ἐκτὸς χρόνου.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ σημασία τῆς ἀπαρχῆς τοῦ νέου ἔτους σήμερον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον διακονοῦμεν ἅπαντες, εἶναι μεγάλη, ὡς ἀφορμὴ ἀνασκοπήσεως ὅσων ἔγιναν μέχρι σήμερον, ἱερῶν καὶ θεοπρεπῶν, ἀλλὰ καὶ δυσαρέστων ἐν ἀποτυχίαις, κατὰ τὰς ἀνεξιχνιάστας βουλὰς τοῦ Κυρίου καὶ τὰ κρίματα Αὐτοῦ, τῶν ὁποίων τὴν μνήμην ἀπαράθραυστον καθημερινῶς εἰς τοὺς χώρους τούτους τῆς ἡμετέρας διακονίας ἔχομεν∙ ἀλλὰ καὶ ἐνατενίσεως πρὸς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον διανοίγεται ἐνώπιόν μας.

Εἶναι, δηλαδή, ὁ χρόνος μία εὐλογία τοῦ Θεοῦ, διότι ἐν χρόνῳ καὶ διὰ τοῦ χρόνου δίδεται ἡ μαρτυρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μας. Οὕτως, ὁ χρόνος εἶναι τὸ ἐργαλεῖον τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ καλλιεργήσωμεν τὸν ἀγρόν Του, τὸν ὁποῖον πρῶτος ὁ Ἴδιος ἐπότισε μὲ τὸν ἱδρῶτα καὶ κυρίως μὲ τὸ τίμιον αἷμά Του, μὲ τὴν σταυρικήν Του θυσίαν. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διαφυλάττει καὶ μᾶς διατηρεῖ ἐντὸς τοῦ πεπερασμένου τούτου χρόνου διὰ νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τὸν Θεὸν διὰ παντὸς ἐν τῇ αἰωνιότητι, καὶ νὰ μὴ ἐκπέσωμεν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν φοβεράν, ὅταν θὰ καταργηθοῦν καὶ ὁ χρόνος καὶ οἱ ἐνιαυτοὶ καὶ αἱ μεταβολαί.

Ταυτοχρόνως, ζῶντες εἰς τὸν λειτουργικὸν χρόνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ζῶμεν καὶ ἐν ἑνότητι μὲ τὸ παρελθόν της. Τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἁπλῶς νοσταλγοῦμεν καὶ ποθοῦμεν. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ὑπάρχει παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον, ἀλλὰ μόνον ἡ αἰωνιότης, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αἱ τρεῖς αὗται ἔννοιαι συμπλέκονται ἀρρήκτως καὶ χάνουν τὴν ὑπόστασίν των, καθὼς εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ αἰωνίου παρόντος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Οὕτως, ὅ,τι ἔχει παρέλθει δὲν εἶναι δι᾿ ἡμᾶς κάτι τὸ ἀνύπαρκτον καὶ ἀνεπίστρεπτον, κάτι τὸ ὁποῖον ἔχει λησμονηθῆ ἅπαξ καὶ διὰ παντός. Καταγράφεται, ἔστω καὶ ἂν ἡμεῖς τὸ λησμονοῦμεν ἢ θέλομεν νὰ τὸ λησμονῶμεν. Ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, τὸ παρελθὸν γίνεται παρόν, καθὼς κοινωνοῦμεν μὲ τὰς ψυχὰς τῶν προαπελθόντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας, μὲ τοὺς Ἁγίους, μὲ τοὺς ἀγγέλους. Τοιουτοτρόπως, οὐδέποτε αἰσθανόμεθα μόνοι, ὅσον μεγάλη καὶ ἐὰν εἶναι ἀνθρωπίνως ἡ μόνωσίς μας.

Οὕτως ἀξιολογοῦντες ἀπὸ φιλοσοφικῆς, ἰδιαιτέρως ὅμως ἀπὸ θεολογικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς σκοπιᾶς, τὸν χρόνον καὶ τὴν σημασίαν του διὰ τὴν ζωήν μας ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τὴν τελικὴν σωτηρίαν μας ἐν Αὐτῶ, δὲν δυνάμεθα τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ὁ Προκαθήμενός του νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὰ ἔργα καὶ τὸν βίον καὶ τὴν προσφορὰν καὶ τὸ μαρτύριον ὅσων ἔζησαν εἰς τοὺς ἀπεράντους τούτους χώρους τῆς ἀμέσου δικαιοδοσίας τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ βιαίου ἐκριζωμοῦ των μετὰ τὸ ἔτος 1922. Οἱ νεκροί μας, ὅταν διαθέτουν πίστιν καὶ ἁγιότητα βίου, εἶναι περισσότερον ζῶντες ἀπὸ τοὺς ζῶντας, καθὼς διὰ τὸν
Θεὸν δὲν ὑπάρχουν νεκροί: «οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» (Ματθ. 22, 32).

Ὅθεν, κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὅπως πράττομεν ἀπὸ τῶν ἀπαρχῶν τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν διακονίας, ἐστρέψαμεν τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον μας ἰδιαιτέρως εἰς τὰς ἐρημωθείσας πρὸ αἰῶνος σχεδὸν Ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν τῇ δυτικῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Καππαδοκίᾳ καὶ ἐν Πόντῳ. Ὠργανώσαμεν καὶ ἐπραγματοποιήσαμεν προσκυνήματα καὶ ἐκδηλώσεις εἰς τὰς περιοχὰς τῆς Σμύρνης καὶ τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς τῆς Ἰωνίας, εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Κυζίκου, τῆς Ἀτταλείας καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, προκειμένου νὰ δοθῇ νέα πνοὴ ζωῆς εἰς τὰς Ἱερὰς ταύτας Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τὰς ἄχρι τοῦδε ἀνθρωπίνως νενεκρωμένας, πλὴν ὅμως, ὡς ἐλέχθη, διὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας δὲν ὑπάρχουν νεκροί, οὔτε παρελθόν. Διὰ τοῦτο καὶ οὐδέποτε ἐπιστεύσαμεν ὅτι αἱ Ἐπαρχίαι αὗται ἀποτελοῦν παρελθὸν διὰ τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν μας, διὰ τὸ Πατριαρχεῖον μας, διὰ τὸ εὐσεβὲς Γένος μας. Οἱ Μητροπολῖται των δὲν εἶναι τιτουλάριοι ἀλλ᾿ ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολῖται σήμερον ἐμπεριστάτων ἐπαρχιῶν
. Τοῦτο διαδηλοῦμεν ἐμπράκτως διὰ τῆς Πατριαρχικῆς παρουσίας μας εἰς αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς ἐν Ἀτταλείᾳ καὶ Ἀλανίᾳ Ὀρθοδόξου παρουσίας διὰ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πισιδίας καὶ τοῦ δραστηρίου ποιμενάρχου αὐτῆς, διὰ τοὺς σλαυοφώνους ἀδελφούς μας, καὶ μὲ τὴν ἐπανίδρυσιν καὶ λειτουργίαν τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος Σμύρνης, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δραστηριότητα τῶν ἀδελφῶν Μητροπολιτῶν Μύρων κ. Χρυσοστόμου εἰς Μῦρα τῆς Λυκίας, Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ Σηλυβρίας κ. Μαξίμου εἰς τὴν γειτονικὴν πόλιν τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.

Εἰς ὡρισμένας δὲ περιοχὰς ἐκ τῶν ἀναφερθεισῶν ἐτελέσθησαν διὰ πρώτην φοράν, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν κληρικῶν των, αἱ ἱεραὶ ἀκολουθίαι καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, εἰς Ναοὺς εἰσέτι ἠρειπωμένους καὶ ὑποτυπωδῶς ὑφισταμένους, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὸ χαμόγελον, μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν μεγάλην ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξίαν, ὅτι μέσα ἀπὸ τὰ χαλάσματα, μέσα ἀπὸ τὰ ἐρείπια, μέσα ἀπὸ τοὺς τάφους, ἀνατέλλει ἕνα καλλίτερον αὔριον∙ ἀνατέλλει ἡ ζωὴ διὰ τὰς πολυπαθεῖς καὶ μαρτυρικὰς ταύτας Ἱερὰς Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Πιστεύομεν δέ, ὅτι θὰ δώσῃ ὁ Θεός, καὶ τακτικώτερον θὰ ξανακτυπήσουν οἱ κώδωνες τῶν Ναῶν των καὶ θὰ ἀναπέμπωνται συχνότερον αἱ ἱεραὶ ψαλμωδίαι καὶ δεήσεις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Πρὸς τούτοις, μεγάλην χαρὰν ἔδωκεν εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα προσωπικῶς ἡ ἐπαναλειτουργία κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος τοῦ Γυμνασίου-Λυκείου ἐν τῇ γενετείρᾳ ἡμῶν μαρτυρικῇ νήσῳ Ἴμβρῳ, ἔνθα μετὰ ἥμισυ καὶ πλέον αἰῶνος ἤρξατο ἡ διδασκαλία τῆς μητρικῆς τῶν ἐκεῖ πατέρων μας γλώσσης, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς ἰδιαιτέραν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου. Διῆλθον πεντήκοντα ἔτη σιωπῆς, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἀσβέστου ἐλπίδος∙ διῆλθον χρόνοι ἀνακαινίσεως, ἀνοικοδομήσεως, καὶ συντόνου συνεργασίας -μὲ τὴν κυριολεκτικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως- τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Ὁμογενείας καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Θεσσαλονίκῃ Συλλόγων τῶν ξενειτεμένων Ἰμβρίων, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἱστορικὴν στιγμὴν τὸ σχολεῖον τῆς νήσου, τὸ σχολεῖον τῶν Ἀγριδίων, νὰ δεχθῇ τοὺς πρώτους μαθητάς του. Αἰσθανόμεθα χρέος εὐγνωμοσύνης πρὸς ὅσους εἰργάσθησαν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἱερώτατον ἀδελφὸν Ποιμενάρχην Ἴμβρου καὶ Τενέδου κύριον Κύριλλον. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ὀφείλομεν νὰ ἀναφέρωμεν ὀνομαστικῶς τὸν ἀδελφὸν ἅγιον Μύρων καὶ τὸν Ἐντιμολ. Ἄρχοντα κ. Π. Βίγκαν, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς συνέβαλον. Τοὺς εὐγνωμονοῦμεν. Εὐχαριστοῦμεν καὶ τοὺς γονεῖς οἱ ὁποῖοι ὑπήκουσαν εἰς τὴν ἐπιταγὴν τῶν καιρῶν καὶ μᾶς ἐνεπιστεύθησαν τὰ τέκνα των. Διαβεβαιούμεθα ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, ὅτι δὲν θὰ παύσωμεν νὰ παρακολουθῶμεν μὲ ἀμείωτον ἐνδιαφέρον καὶ μεγάλην εὐαισθησίαν τὴν προσπάθειαν ταύτην ἐπαναλειτουργίας ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων ἐν Ἴμβρῳ, μετὰ μακρὰν σιγὴν τοῦ κώδωνος τῆς παιδείας.

Ὡσαύτως, ἰδιαιτέραν βαρύτητα ἐδώκαμεν ὡς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ προσωπικῶς κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος καὶ θὰ συνεχίσωμεν ἀσφαλῶς καὶ ἐφέτος, παρὰ τὰ παρουσιαζόμενα ἐμπόδια, εἰς τὴν προετοιμασίαν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Σύνοδου, ἡ ὁποία πιστεύομεν ὅτι, μὲ τὴν σύγκλησιν καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς κατὰ τὸ ἀρξάμενον, τῇ Χάριτι τοῦ Κυρίου, ἔτος, ἄνευ τινὸς ἀπροόπτου, θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν πιεστικῶν ἐξωτερικῶν προκλήσεων, αἱ ὁποῖαι προβάλλονται ἐνώπιον τῆς Μιᾶς καὶ Ἑνιαίας Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ἀνθρωπότης, ἐντὸς τῶν ὁποίων κινεῖται καὶ τοὺς ὁποίους διακονεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ἰδιαιτέρως τὸ Κέντρον της, τὸ Πατριαρχεῖον μας, ἐζήσαμεν τὸ δρᾶμα τῆς ἱστορίας∙ κρίσεις ἐπὶ κρίσεων μέχρις ἀφανισμοῦ τῶν ὄντων, ὥστε λαοὶ πολλοὶ νὰ ἐξαπορῶνται καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζῆν. Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ παρὸν ἔτος νὰ εἶναι περισσότερον εἰρηνικὸν διὰ τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος συνεχῶς εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸ φάσμα τοῦ θανάτου. Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς εὔχεται ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου καὶ διαρκῶς προβαίνει εἰς ἐκκλήσεις διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς ἀνοχῆς ἀλλήλων, τοῦ σεβασμοῦ τῆς δραστηριότητος, τῆς συμφιλιώσεως, τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως.Συγχρόνως ὅμως ἡ Ὀρθόδοξος ἰδιαιτέρως Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία διακηρύσσει «μὴ φοβεῖσθε τὸν θάνατον»∙ αὐτή, ἡ ὁποία συμφιλιώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν θάνατον, καθὼς οὗτος εἶναι διὰ τὸν πιστὸν μία ἁπλῆ μετάβασις ἀπὸ τὰ μάταια καὶ παροδικά, εἰς τὰ αἰώνια καὶ μόνιμα.

Ἡ ἀνθρωπότης κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ἐπαναλαμβάνομεν, ἦλθεν ἀντιμέτωπος μὲ πολλὰ τραγικὰ καὶ λυπηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν τὴν ζωὴν εἰς χιλιάδας συνανθρώπων. Προβλήματα, ὅπως οἱ πόλεμοι κατὰ τόπους, τὸ προσφυγικόν, τὸ μεταναστευτικόν, ἔχουν καταστῆ ἀληθεῖς μάστιγες τῆς παγκοσμίου κοινωνίας, εὑρισκομένης συνεχῶς εἰς ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν ὡς πρὸς τὴν ἀποτελεσματικὴν καὶ ὀρθὴν ἀντιμετώπισίν των.

Τὸ νέον ἔτος εἶναι μία ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοὺς συνανθρώπους μας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἑορτάσουν κἂν τὴν ἔλευσιν τοῦ νέου ἔτους, νὰ ζήσουν Χριστούγεννα, δηλαδὴ ἐλπίδα καὶ ἀγάπην, ἀλλὰ εὑρίσκονται ἐκριζωμένοι ἐκ τῶν ἑστιῶν των καὶ ἐκπατρισμένοι, βαδίζοντες καὶ θαλασσοποροῦντες διὰ τὴν ἀναζήτησιν ἑνὸς καλλιτέρου μέλλοντος, γινόμενοι θύματα ἀσυνειδήτων ἐκβιαστῶν καὶ λαθρεμπόρων τῆς ζωῆς.
Ἔχομεν χρέος καὶ εὐθύνην, ὡς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν ἐπιβοήθησιν, τὴν περίθαλψιν καὶ τὴν σωτηρίαν των, καθὼς ὡς χριστιανοὶ ὀφείλομεν νὰ τοποθετῶμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν θέσιν τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἐγκολπώμεθα τὰ προβλήματά των ὡς ἰδικά μας προβλήματα. Τοῦτο ἤδη πράττουν οἱ Ἱεράρχαι ἡμῶν εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, αἱ ὁποῖαι καθημερινῶς δέχονται χιλιάδας ἐξουθενωμένων συνανθρώπων μας.
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἔτους δι᾿ ἡμᾶς τοὺς χριστιανοὺς μία ἀφορμὴ καὶ μία θεία δωρεὰ διὰ νά ἐπαναπροσδιορίσωμεν τὴν σχέσιν μας μὲ τὸν χρόνον καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ ἀπελευθερωθῶμεν ἀπὸ τὰ δεσμὰ του∙ νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὶ ἐπράξαμεν, τὰς δικαιοσύνας καὶ τὰς ἀδικίας μας ἐπὶ τῆς γῆς∙ καθὼς ἡ πραγματικότης τοῦ συγχρόνου τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς αἰωνιότητος καὶ ὑποδούλωσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν χρόνον.

Ὅταν ζῶμεν ἐν Χριστῷ, τότε κάθε στιγμὴ τὴν ὁποίαν ζῶμεν ἀποκτᾷ πραγματικὴν ἀξίαν, διότι μᾶς δίδει πληρότητα καὶ μᾶς κάνει νὰ αἰσθανώμεθα ἥσυχοι καὶ ἀναπαυμένοι, πλήρεις εἰς τὴν ζωήν μας ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου.
Λέγοντες τὰ ἀνωτέρω πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, θὰ ἠθέλαμε νὰ κατακλείσωμεν τὸν ἑόρτιον τοῦτον χαιρετισμόν, ἀναφέροντες ὅσα ἔγραφε περὶ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ὑπερβάσεώς του ὁ ἡμέτερος ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου, ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὰς Κυδωνίας τῆς Αἰολίας. Ὁ ὑμνωδὸς τῆς «πονεμένης Ρωμηοσύνης», τὸ τέκνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Κόντογλου ὠνόμαζε τὸν χρόνον κλέπτην, ὁ ὁποῖος περιφέρεται παντοῦ «ὁλόγυρά μας, μέσα μας στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι», «σὲ κάθε ζωντανό, ἄψυχο, σὲ κάθε καρδιά», κλέβει τὰ πάντα «κι ὅλα τὰ παλαιώνει, τὰ τρίβει σὰν τὴν μυλόπετρα, τὰ κάνει σκόνη».

Ἐπίσης, ἐχαρακτήριζε τὸν χρόνον «ἀκαταμάχητον γίγαντα», τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι «εἴμαστε παίγνια στὰ χέρια του»∙ ἔλεγεν ἀκόμη, ὅτι ὁ χρόνος «εἶναι μαζὶ εὐεργέτης μας καὶ τύραννός μας», ἀφοῦ στὸ ἕνα χέρι του κρατᾶ ἕνα ποτῆρι «γλυκὸ κρασὶ καὶ πίνουμε»∙ καὶ στὸ ἄλλο χέρι κρατᾶ τὸ ἄλλο ποτῆρι «ποὺ ἔχει μέσα τὸ πικρὸ φαρμάκι». Δὲν παραμένει ὅμως μόνον εἰς αὐτὰς τὰς διαπιστώσεις, καὶ καταλήγει: «Μόνο μιὰ ἐλπίδα ὑπάρχει γι᾿ αὐτὸν (τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζῇ στὸν χρόνο) νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴ φθορά: ὁ Χριστός, ὁ λυτρωτής, ὁ καθαιρέτης τῆς φθορᾶς. Ἐκεῖνος ποὺ πάτησε τὸν θάνατο καὶ ποὺ εἶπε: “ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται. Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. Ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα».

Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Φώτης Κόντογλου. Ταῦτα βιοῦμεν ἐν τῇ πρωτοθρόνῳ Ἐκκλησίᾳ ἐπὶ αἰῶνας ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ, ἐν σμικρότητι καὶ ἀφανείᾳ, ἀλλὰ πάντοτε ἐν τῇ ἐπικαιρότητι τῆς ζωῆς τοῦ χρόνου. Αὕτη ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπίς μας, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ὁ ζῶν εἰς τοὺς αἰῶνας. Οὕτω, πορευόμεθα ὡς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἱστορίᾳ καὶ οὕτως, ἐν Χριστῷ δηλαδὴ καὶ μόνον, εἰσερχόμεθα καὶ εἰς τὸ νέον ἔτος. Ἐν Χριστῷ τῷ Σωτῆρι καὶ Εὐργέτῃ καὶ Λυτρωτῇ μας εὐχαριστοῦμεν ἑαυτοῖς καὶ ἀλλήλοις, ἰδιαιτέρως δὲ τοῖς ὑποβαλοῦσιν ἡμῖν ἑορτίους προσρήσεις καὶ εὐχὰς Ἱερωτάτῳ ἀδελφῷ ἁγίῳ Νικαίας κυρίῳ Κωνσταντίνῳ, ἐκ μέρους τῆς ἁπανταχοῦ Ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου, καὶ Ἐντιμολογιωτάτῳ κυρίῳ Ἀντωνίῳ Χατζοπούλῳ, νέῳ Ἄρχοντι Ἱερομνήμονι τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἐκ μέρους τοῦ ἐνταῦθα ἀμέσου πληρώματος αὐτῆς.

Ἔτη πολλὰ μὲ ὑγιείαν καὶ ἐλπίδα εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ χρόνου, τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν, Ὧι ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις ἐν Ἐκκλησίᾳ Ἁγίων. Ἀμήν.

Πηγή