Έχετε αναρωτηθεί ποτέ τι σημαίνουν τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς; Γιατί άραγε ο Αϊ-Βασίλης δεν μας καταδέχεται; Ποιο είναι αυτό το παλικάρι που θέλει να το δούμε κι εμείς; Γιατί ενώ ο Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, υπάρχει και μια αρχόντισσα κυρία στον επόμενο στίχο; 

Να, μια εύθυμη και ενδιαφέρουσα εκδοχή για την προέλευση αυτών των στίχων που μπορεί όλες και όλοι να τραγουδάμε από παιδιά αλλά οι περισσότεροι δεν τους καταλαβαίνουμε! 
Τα κάλαντα, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή που κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο, είναι ένα μεσαιωνικό καμουφλαρισμένο ερωτικό ραβασάκι.

Την περίοδο του Μεσαίωνα λοιπόν, οι φτωχοί απαγορευόταν να απευθύνουν τον λόγο στους ευγενείς. Είθισται ωστόσο στους ευγενικούς κύκλους να επιτρέπουν στους απλούς χωρικούς να τους απονείμουν ευχές για τις γιορτές. Έτσι, ένας νεαρός, τρελά ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα άρπαξε την ευκαιρία για να εκφράσει τα αισθήματά του στην αγαπημένη του. Σκέφτηκε κάτι πολύ έξυπνο! Της τραγουδούσε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, βάζοντας έναν στίχο με ευχές και έναν που απευθυνόταν σε εκείνη.

Αρχημηνιά και Αρχή χρονιά –
Ψηλή μου δένδρολιβανιά ξεστομίζει για την λυγερόκορμη ευγενή που του έχει πάρει το μυαλό.

Κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά μετ\ άγιος θόλος, λέει ο νεαρός για το κωνικό ψηλό καπέλο που φορούσαν οι γυναίκες της καλής κοινωνίας εκείνη την εποχή.

Άγιος Βασίλης έρχεται
και δεν μας καταδέχεται, άδει με παράπονο για την ακατάδεκτη ματιά της αγαπημένης του.

Από την Καισαρεία
συ \σαι αρχόντισσα κυρία, αναφέρει αναγνωρίζοντας την διαφορά τάξης που τους χωρίζει

Βαστάει κόλλα και χαρτί ζαχαροκάντιο ζυμωτή λέει για να την παρομοιάσει με την πιο μεγάλη γλυκιά απόλαυση

χαρτί και καλαμάρι
δες και εμε, δες και εμέ το παλικάρι, κλείνει με την παράκληση να του ρίξει μια ματιά.

Οι στίχοι του τραγουδιού, όπως τους γνωρίζουμε σήμερα, είναι παραλλαγμένοι, με αποτέλεσμα η ιστορία πίσω από το τραγούδι να έχει χαθεί, δίνοντας τη μεγαλύτερη έμφαση στον Άγιο Βασίλη, αγνοώντας το νόημα των υπόλοιπων στίχων.