Το όνομά της είναι Νάντια Μουράντ Μπασί Τάχα… Είναι μόλις 21 ετών, αλλά η ιστορία της συγκλονίζει… Πρόκειται για τη γυναίκα-σύμβολο στον αγώνα κατά του ISIS, μια πρώην σκλάβα των τζιχαντιστών που κατάφερε να δραπετεύσει και σήμερα δίνει τον δικό της αγώνα για να αφυπνίσει συνειδήσεις στα πέρατα του κόσμου, ώστε η παγκόσμια κοινότητα να μην μπορεί να πει… «δεν ήξερα».

Είναι μια μαρτυρία από την κόλαση. Το βλέμμα της καθρεφτίζει τη μοίρα των ανθρώπων που γλίτωσαν από τον εφιάλτη και τις φρικαλεότητες των τζιχαντιστών, αλλά που προσπαθούν να βρουν και πάλι τον βηματισμό τους στη ζωή.

«Όταν μας έβαζαν στο διοικητήριο, μας βίαζε αρχικά ο πρώτος και μετά με τη σειρά μας βίαζαν και οι υπόλοιποι. Όλοι όσοι βρίσκονταν στο δωμάτιο. Με βίαζαν με τρόπο που δεν χωρά ο ανθρώπινος νους» ανέφερε η 20χρονη ιρακινή, που νωρίτερα σήμερα συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο.

Η Νάντια έπεσε στα χέρια των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους το καλοκαίρι του 2014, όταν εισέβαλαν στο χωριό Σιντζά. «Για δέκα μέρες ήμασταν πολιορκημένοι στο χωριό μας. Μετά, μας χώρισαν σε ομάδες –άντρες, γυναίκες και παιδιά» περιέγραψε η κοπέλα, και εξήγησε ότι οι άντρες μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα για να εξισλαμιστούν ενώ οι γυναίκες έγιναν σκλάβες τους σε όλα.

Οι ηλικιωμένοι, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια της Νάντιας, θανατώθηκαν. «Αυτός που με διάλεξε ήταν αξιωματικός. Με πήγε στο διοικητήριο. Αυτός ήταν ο πρώτος άντρας που με βίασε. Το πρώτο πράμα που μου ζήτησαν είναι να αλλαξοπιστήσω» είπε η ίδια, και συμπλήρωσε: «Ακόμα και αν άλλαζα την πίστη μου δεν θα με άφηναν».

Και πως επέδρασε; «Μετά από 12 βιασμούς. Ο τελευταίος, ο 12ος βιαστής μου ήταν οδηγός. Με πήρε και με πήγε σε ένα σπίτι όπου θα ήμασταν μόνοι μας. Μείναμε εκεί δύο μέρες. Μετά θα πηγαίναμε σε κάποια άλλη περιοχή. Το βράδυ όμως, αυτός βγήκε από το σπίτι κι εγώ κατάφερα να αποδράσω. Μπήκα σε ένα σπίτι στη Μοσούλη. Ήταν μια οικογένεια μουσουλμάνων. Ζήτησα βοήθεια. Ζήτησα να με γλιτώσουν. Έμεινα μαζί τους για δύο εβδομάδες μέχρι να μου βγάλουν χαρτιά. Τελικά μου έβγαλε χαρτιά στο όνομα της γυναίκας του. Με έντυσαν με μπούργκα και με πήγαν μέχρι τα σύνορα του Κουρδιστάν. Αυτό ήταν».

Τους τελευταίους τρεις μήνες, η 20χρονη βρήκε καταφύγιο στη Γερμανία όπου της δόθηκε άδεια παραμονής και ξεκίνησε τις σπουδές της.

Η ψυχή πονάει, το σώμα αιμορραγεί, αλλά η δύναμη της νεαρής «Γεζίντι», όταν περιέγραψε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο τα τρομακτικά βασανιστήρια και τους βιασμούς που υπέστη για τρεις μήνες στα χέρια του ISIS, θυμίζει σε όλους μας ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολλά…


Ο Πρ. Παυλόπουλος υποδέχεται τη Νάντια Μουράντ Μπασί Τάχα

Η Νάντια Μουράντ Μπασί Τάχα ανήκει στην κουρδική εθνοθρησκευτική μειονότητα με ινδοϊρανικές ρίζες των «Γεζίντι», που ζουν στην επαρχία της Νινευή του βορείου Ιράκ, ενώ υπάρχουν και άλλες κοινότητές τους στην Αρμενία, την Τουρκία και τη Συρία.

Η επίθεση
«Είχα την τύχη να γλιτώσω από τις δυνάμεις του ΙSIS μεταξύ των χιλιάδων κοριτσιών που είχαν απαχθεί. Το ΙSIS επιτέθηκε στις 3 Μαρτίου του 2014. Σκότωσαν τους άνδρες και πήραν τα παιδιά. Τους πήραν στα στρατόπεδά τους, στις βάσεις τους στη Μοσούλη, στη Συρία και αλλού, και μας οδήγησαν προς τους πολεμιστές σε διάφορα σημεία» διηγήθηκε η νεαρή στον Προκόπη Παυλόπουλο.

«Κάθε μέρα μας πωλούσαν σε άνδρες του ISIS είτε της Συρίας είτε του Ιράκ. Αν και δεν έμεινα πολύ καιρό, μόλις τρεις μήνες, ωστόσο με πήραν πάνω από δώδεκα αγωνιστές ή πολεμιστές, αντάρτες του Daesh. Πήραν τα αδέλφια μου, σκότωσαν τους συναδέλφους μου, τους συναγωνιστές μου και με κρατούσαν αιχμάλωτη. Πέρασε ένας χρόνος από τότε, αλλά αυτές οι πράξεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα, εις βάρος πολλών μειονοτήτων».

Στη σπαρακτική ομιλία της στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου είχε περιγράψει λεπτομερώς τις τρομακτικές εμπειρίες που έζησε στα χέρια των τζιχαντιστών, χαρακτηρίζοντας αυτές τις επιθέσεις εναντίον της κοινότητάς της ως στοχοποιημένη «γενοκτονία».

«Σε ένα κτίριο ήταν χιλιάδες οικογένειες και παιδιά. Ενας από αυτούς ήρθε σε μένα. Ηθελε να με πάρει. Κοιτούσα στο πάτωμα. Είχα πετρώσει. Οταν κοίταξα πάνω, είδα έναν τεράστιο άνδρα. Εμοιαζε με τέρας. Εκλαψα. Φώναξα “είμαι πολύ νέα και είσαι τεράστιος”. Με χτύπησε, με κλώτσησε και με έδειρε. Και λίγα λεπτά αργότερα, άλλος ένας άνδρας ήρθε. Κοιτούσα ακόμα στο πάτωμα. Είδα ότι ήταν λίγο μικρότερος. Τον ικέτεψα, τον παρακάλεσα να με πάρει. Φοβόμουν απίστευτα τον πρώτο. Αυτός που με πήρε μου ζήτησε να αλλάξω θρησκεία. Αρνήθηκα. Μου ζήτησε να βγάλω τα ρούχα μου. Με έβαλε σε ένα δωμάτιο με φρουρούς και μετά προχώρησαν στο έγκλημά τους μέχρι που λιποθύμησα».