Μία λίστα που είναι διαθέσιμη online περιλαμβάνει…
όχι μόνο τα ονόματα των «αγενών» τουριστών αλλά και την αναλυτική περιγραφή της πράξης τους – Κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον κλάδο του τουρισμού μπορεί να τους αρνηθεί τις υπηρεσίες της

Κάθε χώρα που αποτελεί τουριστικό πόλο έλξης, όπως η Κίνα, έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει αγενείς τουρίστες.

Στην περίπτωση της ασιατικής χώρας, αυτή η αγένεια μπορεί να έχει τη μορφή απρεπούς συμπεριφοράς στην Απαγορευμένη Πόλη είτε των επανειλημμένων προσπαθειών των επισκεπτών του Σινικού Τείχους να πάρουν… ένα κομμάτι του μαζί τους στην πατρίδα.

Ωστόσο, την χειρότερη αντιμετώπιση την επιφυλάσσει η κινεζική Κυβέρνηση στους δικούς της πολίτες που επιδεικνύουν άσχημη συμπεριφορά στα εγχώρια ταξίδια τους.

Τον περασμένο Απρίλιο, η Εθνική Διεύθυνση Τουρισμού της Κίνας δημιούργησε μια online λίστα με ονόματα Κινέζων τουριστών που έχουν κριθεί ένοχοι για απολίτιστη συμπεριφορά, με σκοπό τον δημόσιο εξευτελισμό τους. Πριν λίγες μέρες μάλιστα, η λίστα αυτή επεκτάθηκε με την προσθήκη μερικών ακόμα ονομάτων.

Ανάμεσα σε αυτά, βρίσκουμε μια μητέρα που πέταξε καυτό τσάι στο πρόσωπο του ξεναγού της όταν έμαθε ότι το κόστος του εισιτηρίου του γιου της δεν συμπεριλαμβανόταν στην τιμή του ταξιδιωτικού πακέτου, δύο γυναίκες και ένας άντρας που τσακώθηκαν σε μια πτήση από την Καμπότζη στο Τσενγκντού και ένας τουρίστας που επιτέθηκε σε έναν υπάλληλο επειδή πίστεψε ότι προσέβαλε την τιμή της συζύγου του.

Σύμφωνα με τον ιστότοπο Travel and Leisure, η συγκεκριμένη λίστα που είναι διαθέσιμη online περιλαμβάνει όχι μόνο τα ονόματα των «αγενών» τουριστών αλλά και την αναλυτική περιγραφή της πράξης τους. Οι «παραβάτες» παραμένουν σε αυτή για 1-3 χρόνια, ανάλογα με τη βαρύτητα της απρέπειάς τους και γι’ αυτό το διάστημα, κάθε ταξιδιωτικός πράκτορας ή επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού έχει δικαίωμα να αρνηθεί να τους παρέχει υπηρεσίες.

Δεν λείπουν μάλιστα οι περιπτώσεις που τα άτομα σε αυτήν την «μαύρη λίστα» εκδιώκονται από αξιοθέατα ή και από ξενοδοχεία, όταν οι ιδιοκτήτες των εν λόγω επιχειρήσεων πληροφορηθούν το «ποιόν» τους από την online βάση δεδομένων.