Άρθρο του Νίκου Ανδρουλάκη
Οι τελευταίες μέρες του χρόνου προσφέρονται για κριτική αποτίμηση και…
ανασκόπηση των γεγονότων της χρονιάς που πέρασε. Αναμφισβήτητα για τη χώρα μας, με την εξαίρεση της οικονομικής κρίσης και της καφκικης διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης, η σοβαρότερη εξέλιξη ήταν το προσφυγικό ζήτημα και οι πρωτοφανείς σε έκταση ροές που διέρχονται των ελληνικών νησιών. Τα ερωτήματα είναι προφανή: Ήταν προβλέψιμη αυτή η κρίση; Και εάν ναι, τι θα έπρεπε να είχε γίνει διαφορετικά;

Φυσικά οι πρόσφυγες φεύγουν για να αποφύγουν τον πόλεμο διακινδυνεύοντας και τη ζωή τους στο ταξίδι. Το θέμα είναι βαθιά ανθρωπιστικό και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Το γεγονός οτι υπάρχουν και παράτυποι μετανάστες μεταξύ αυτών δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει από τις υποχρεώσεις μας όπως υπαγορεύονται από το διεθνές και το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο υπάρχουν δεδομένα ερωτήματα που τίθενται με βάση την αντίδραση της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι αιφνιδιάστηκε από την έκταση του φαινομένου το οποίο αποδίδει στην φρίκη του πολέμου και τις συνεπαγόμενες βιαιότητες. Ο πόλεμος όμως δεν άρχισε χτες. Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης δεν εξηγούν ούτε γιατί δεν είχαμε τέτοιες ροές τα προηγούμενα χρόνια ούτε και γιατί τα νησιά μας έχουν γίνει μέρος του προτιμητέου δρομολογίου. Η κοινή λογική λέει ότι είναι παράλογο κάποιος να προτιμάει το επικίνδυνο ταξίδι από τα τουρκικά παράλια μέχρι τα ελληνικά νησιά ενώ θα μπορούσε να διασχίσει τα χερσαία σύνορα προς την Βουλγαρία με μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο λόγος που επιλεγεί τα ελληνικά νησιά είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε μια πολιτική ανοιχτών συνόρων πέρσι. Αυτή η πολιτική δεν είχε κόστος για την κυβέρνηση μια και κανείς δεν ήθελε να παραμείνει μόνιμα στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα ικανοποιούσε και ένα σκληρό κινηματικό πυρήνα κομματικών στελεχών που προωθούσαν μια αντίστοιχη πολιτική εδώ και χρόνια και λειτουργούσε ως αντιστάθμισμα στο μη σκίσιμο των μνημονίων. Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δημιουργήθηκε όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση απαίτησε την λήψη μέτρων. Και εκεί όμως η κυβέρνηση κατάφερε να μεγεθύνει το πρόβλημα αντί να το περιορίσει. Ενώ υπήρχε η δυνατότητα να ζητήσει την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού πολιτικής προστασίας από το καλοκαίρι και την ανάπτυξη ομάδων Rabit της Frontex, περίμενε μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου για να το πράξει. Εδώ, πρέπει να αναφερθεί ότι το 2010 με 7.000 πρόσφυγες είχαμε ζητήσει την συνδρομή των ομάδων Rabit, το 2015 με 700.000 η κυβέρνηση θεώρησε ότι μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της.

Φταίει μόνο η Ελληνική κυβέρνηση; Φυσικά και όχι. Το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης έχει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση με την ελλειμματική της πολιτική στη Μέση Ανατολή. Η Ευρώπη δεν είχε και εξακολουθεί να μην έχει στοχευόμενη πολιτική για την συγκεκριμένη περιοχή. Η Αραβική Άνοιξη δημιούργησε μεν αρχικά ένα κλίμα εφορίας με την προοπτική εκδημοκρατικοποίησης στις χώρες της περιοχής σύντομα όμως εκφυλιστικέ σε θρησκευτικές και κοινοτικές συγκρούσεις οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, έγινε αντιληπτό με καθυστέρηση ότι κοινωνίες οι οποίες χαρακτηρίζονταν από την έλλειψη οργανωμένης κοινωνίας πολιτών δεν ήταν δυνατόν να μετεξελιχτούν σε πλουραλιστικές δημοκρατίες από την μια μέρα στην άλλη. Σε ένα κλίμα σύγχυσης και αστάθειας ήταν πολύ πιο πιθανό να επικρατήσουν τα ακραία και βίαια στοιχεία παρά οι οπαδοί της μετριοπάθειας και της λογικής. Το αποτέλεσμα ήταν η Ευρώπη να εγκλωβιστεί σε μια παγίδα αδράνειας,. Και εάν σε αυτό το δεδομένο προσθέσουμε τα στρατηγικά λάθη των ΗΠΑ στην περιοχή τα τελευταία 15 χρόνια τότε μόνο μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος.

Οι συνέπειες της πολιτικής αδράνειας έγιναν εμφανείς μόλις φέτος το καλοκαίρι όταν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες άρχισαν να συρρέουν στις χώρες της βόρειας Ευρώπης και ειδικά στην Γερμάνια. Πως αντέδρασε η Ευρώπη τότε? Σε μεγάλο βαθμό με τον τρόπο που συνηθίζει: σπασμωδικά και ασυντόνιστα. Έξοχο παράδειγμα το ιδιαίτερα γενναιόδωρο πακέτο βοηθείας προς την Τουρκία το οποίο έχει αποδώσει ελάχιστα σε πρακτικό επίπεδο μέχρι στιγμής. Ακόμα πιο άστοχη ήταν η πρωτοβουλία της κυρίας Μέρκελ να επισκεφτεί την Άγκυρα εν μέσω προεκλογικής περιόδου, δίνοντας ένα ισχυρό μήνυμα πολιτικής στήριξης προς τον κ. Ερντογαν. Έτσι, με προκλητικό τρόπο συνδέθηκε το ανθρωπιστικό ζήτημα των προσφύγων με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, την στιγμή που παρατηρείται συνεχής παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου.

Δεν είναι αλήθεια βέβαια ότι όλες οι πρωτοβουλίες της ΕΕ είναι ατυχείς. Η σύνοδος της Βαλέτας στην οποία αποφασίστηκε ένα γενναίο πακέτο μέτρων για την ενίσχυση των χωρών της Αφρικής με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και περιορισμό της άτυπης μετανάστευσης προς την Ευρώπη είναι ένα παράδειγμα θετικής πολιτικής. Αφορά προληπτικές δράσεις και όχι αντιδραστικές πρωτοβουλίες. Δυστυχώς όμως είναι και ένα από τα λίγα παραδείγματα πολίτικης προς την ορθή κατεύθυνση. Η Ευρώπη δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί απλά ως μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων. Πρέπει να λειτουργεί προληπτικά και να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των επιλογών αλλά και, κυρίως, των μη επιλογών της. Η αδράνεια είναι συχνά πολύ πιο οδυνηρή από την ανάληψη πρωτοβουλιών. Συγχρόνως πρέπει να σημειωθεί και ο πολύ θετικός της ρόλος στις συζητήσεις για την επίτευξη ανακωχής στη Συρία μεταξύ των δυνάμεων του καθεστώτος Άσαντ και της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης, ώστε οι προσπάθειες όλων να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους.

Το ίδιο πρέπει να κάνει και η Ελλάδα. Δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την κλιμάκωση του κάθε προβλήματος για να αντιδράσει μόνο και μόνο επειδή «μας πιέζουν οι Βρυξέλλες». Πρέπει να μάθει να λειτουργεί προληπτικά, με σχέδιο, στόχευση και χτίσιμο των κατάλληλων συμμαχιών σε διεθνές επίπεδο.

Κλείνοντας, μια υποσημείωση για το μέλλον και τη χρονιά που έρχεται. Η κυβέρνηση φαίνεται να είναι έτοιμη να «ανοίξει» μια σειρά από σημαντικά εθνικά θέματα. Η συγκυρία δεν είναι θετική όχι μόνο επειδή η Αθήνα είναι διπλωματικά απομονωμένη αλλά κυρίως επειδή αυτή η κυβέρνηση έχει δείξει ότι συστηματικά υπερεκτίμα τη δυνατότητα της να επιβάλει τις προτιμήσεις εκτός συνόρων. Ας ελπίσουμε ότι θα πρυτανεύσει η λογική και ότι ο απολογισμός της επόμενης χρονιάς δεν θα είναι χειρότερος από τον φετινό.