Να διαψεύσει το σενάριο που θέλει την κυβέρνηση να ολοκληρώνει τον χρόνο της…
μέχρι την προσεχή άνοιξη προσπαθεί το Μέγαρο Μαξίμου. Μόνο που τα εμπόδια που έχει να προσπεράσει είναι σημαντικά και το μέλλον θα κριθεί στις λεπτομέρειες και τα ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει τον επόμενο επί της ουσίας μήνα.

Και αν η κυβέρνηση πέσει; Το ερώτημα αυτό δεν είναι καθόλου ρητορικό αλλά ουσιαστικό. Η συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού χαλαρώνει, έστω και αν επιχειρείται επικοινωνιακά να καλυφθεί η επικίνδυνη αυτή εξέλιξη.

Και δεν είναι μόνο το γεγονός πως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες δεν σκοπεύουν να ρίξουν νερό στο κρασί τους σε συγκεκριμένα ζητήματα ηθικού κυρίως για εκείνους χαρακτήρα. Είναι κυρίως το δεδομένο πως οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν τολμούν πλέον να κυκλοφορήσουν στις περιφέρειές τους μετά τις τελευταίες εξελίξεις που έχουν ανατρέψει πλήρως τα όσα το κόμμα τους υποστήριζε στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν.

Στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα έχουν να αντιμετωπίσουν και κάποια επιπλέον ζητήματα. Γιατί μπορεί ο πρώην πρωθυπουργόςΚώστας Σημίτης σε πρόσφατη συνέντευξή του να δήλωσε μετανιωμένος για το γεγονός ότι δεν προχώρησε την ασφαλιστική μεταρρύθμιση πίσω στο 2001, περισσότερο όμως μετανιώνουν σήμερα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ο λόγος; Επειδή εκείνη την εποχή αντιδρούσαν! Πιθανολογούν, δηλαδή, μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι αν η τότε κυβέρνηση Σημίτη είχε χρεωθεί την επώδυνη μεταρρύθμιση, πολύ πιθανόν εκείνοι να μη χρειαζόταν σήμερα να διαπραγματεύονται με επιτροπές σοφών και εργαζομένους για τις περικοπές και την αύξηση στις ηλικίες συνταξιοδότησης. Μόνο που όλα αυτά δεν είναι τίποτε παραπάνω από ιστορία.

Το ασφαλιστικό

Το ασφαλιστικό φυσικά είναι ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα που θα δοκιμάσουν και τη βιωσιμότητα της κυβέρνησης. Ο πρόεδρος της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, έχει δεσμευθεί πως δεν θα κοπούν άλλο οι συντάξεις, συνεργάτες του διαρρέουν πως εκείνο που μένει να βρεθεί είναι περίπου 400.000.000 ευρώ, η πραγματικότητα όμως δείχνει πως και περικοπές πρέπει να γίνουν, και τα επικουρικά θα τσεκουρωθούν και άγνωστο παραμένει τι συντάξεις θα μπορούν να περιμένουν οι μελλοντικές γενιές και με τι κρατήσεις στα χρόνια εργασίας τους.

Η απέλπιδα προσπάθεια να αυξηθούν οι κρατήσεις φαίνεται να ναυαγεί, καθώς οι δανειστές δεν εκτιμούν πως αυτή είναι η αποτελεσματική λύση.

Στο τραπέζι βέβαια παραμένει το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης του ασφαλιστικού συστήματος μέσω ειδικού ταμείου. Νεότερα δεν αναμένονται πριν από τα μέσα Ιανουαρίου, παρ’ όλα αυτά κυβερνητικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι θα ολοκληρωθεί η δημιουργία του ταμείου και θα εγγυηθεί τη σύνταξη στις μελλοντικές γενιές ασφαλισμένων.

Στόχος είναι το «Ταμείο εθνικού πλούτου και κοινωνικής ασφάλισης» να έχει ετήσια έσοδα ύψους 380-400 εκατ. ευρώ, για την οικονομική ενίσχυση του Ασφαλιστικού, από επιπρόσθετες πηγές, από τις οποίες θα εισρέουν έσοδα στο σύστημα, σε βάθος χρόνου έως το 2050.

Ένα μεγάλο μέρος από τους νέους πόρους θα προέρχεται από τις εξής πηγές:
Αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας – Συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων.
Μελλοντική αξιοποίηση των υδρογονανθράκων.
Μείωση σε κρατικές προμήθειες (υπουργεία Ανάπτυξης, Υγείας, Εθνικής Άμυνας).
Έσοδα του Δημοσίου από αυτοκινητοδρόμους.
Φορολογικά και μη φορολογικά πρόστιμα.
Κέρδη από τυχερά παιχνίδια.

Τα επιπλέον έσοδα υπολογίζονται κατά μέσο στο 0,6% του ΑΕΠ (380 εκατ. ευρώ) ετησίως και εκτιμάται ότι θα καλύπτουν γύρω στο 16% του ετήσιου ελλείμματος της κύριας και επικουρικής ασφάλισης του συστήματος, που προκύπτει μετά την τριμερή χρηματοδότηση και την κρατική επιχορήγηση.

Το νέο επενδυτικό ταμείο θα αναλάβει την αξιοποίηση της περιουσίας των ταμείων, η οποία, σύμφωνα με αναλογιστική μελέτη στις 31 Μαρτίου 2015, υπολογιζόταν σε 16,3 δισ. ευρώ.

Και μόνο όμως το γεγονός πως οι δανειστές ανακαλύπτουν συνεχώς και παντού τρύπες, αρκεί να αμφισβητήσει τόσο την υλοποίηση του σχεδίου όσο και την αποτελεσματικότητά του.

Το πρόβλημα για την κυβέρνηση θα προκύψει τη στιγμή που θα επιβληθούν νέες περικοπές στις συντάξεις. Πρακτικά αυτό θα ακυρώνει τον ίδιο τον πρωθυπουργό που κατηγορηματικά κάνει λόγο για «κόκκινες γραμμές» στον τομέα αυτό.

Να σημειωθεί εδώ πως ήδη στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφονται αντιδράσεις, με αφορμή την απόσυρση του λεγόμενου από κάποιους «παράλληλου προγράμματος», με βουλευτές να κατηγορούν τους στενούς συνεργάτες του Αλ. Τσίπρα πως δεν μπορούν καν να νομοθετήσουν. Αν τώρα «ακυρωθεί» ακόμα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, πολύ δύσκολα βουλευτές θα μπορέσουν να ψηφίσουν το νέο ασφαλιστικό μόλις αυτό φτάσει στη Βουλή.

Απειλή οι αγρότες για δύο λόγους

Ένας από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους της κυβέρνησης είναι το αγροτικό και οι αλλαγές που θα έρθουν. Και όσοι σκέφτονται μόνο το φορολογικό, απλά παραβλέπουν ένα άλλο σημείο, το οποίο μάλιστα απειλεί και την πρωτογενή παραγωγή της χώρας: τα «κόκκινα» δάνεια! Δύσκολα οι βουλευτές θα μπορέσουν να ψηφίσουν οποιοδήποτε μέτρο που θα πλήττει την αγροτική παραγωγή, και αυτό είναι γνωστό στο Μέγαρο Μαξίμου.

Πιο συγκεκριμένα, ορθάνοιχτο είναι το «παράθυρο» για την εκποίηση και τη μεταβίβαση σε τρίτους και των αγροτικών δανείων της πρώην ATEbank μετά την ψήφιση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου.

Αν και σε αυτό δεν γίνεται καμία αναφορά στις χορηγήσεις που έχουν δοθεί σε αγρότες, κυβερνητικοί παράγοντες παραδέχονται σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες ότι κάθε μη εξυπηρετούμενο δάνειο άνω των 90 ημερών αποτελεί, μετά τη δημοσίευση του νόμου, εν δυνάμει στόχο για τις εταιρείες διαχείρισης και τα κάθε είδους funds. Η ημερομηνία-«κλειδί» στην όλη υπόθεση δεν είναι άλλη από τη 15η Φεβρουαρίου 2016. Μέχρι τότε θα βρίσκεται σε ισχύ το «μεταβατικό καθεστώς», που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Γιώργος Σταθάκης, σύμφωνα με το οποίο θα απελευθερωθούν, αρχικά, οι αγοραπωλησίες μόνο για δάνεια επιχειρήσεων που απασχολούν πάνω από 250 εργαζομένους και έχουν κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατ. ευρώ.

Από το σημείο αυτό και μετά, όμως, όλα τα «κόκκινα» δάνεια, ακόμα και τα καλλιεργητικά και τα επενδυτικά που έχουν λάβει επαγγελματίες του αγροτικού χώρου, είναι… υποψήφια προς πώληση. Ο κ. Σταθάκης διαβεβαίωσε ότι μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου θα κατατεθεί νέο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα προστατεύει και όλα τα υπόλοιπα «κόκκινα» δάνεια (δηλαδή, στεγαστικά πρώτης κατοικίας, μικρά επιχειρηματικά, αγροτικά). Ωστόσο, κυβερνητικοί παράγοντες, σπεύδουν να χαμηλώσουν τον πήχη των προσδοκιών, σημειώνοντας ότι το διάστημα αυτό συμπίπτει με την πρώτη αξιολόγηση, άρα τα διαπραγματευτικά περιθώρια της κυβέρνησης θα είναι, εκ των πραγμάτων, στενά…

Πέρα από διαρροές, ο ίδιος ο Βαγγέλης Αποστόλου, υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, σε συνέντευξή του ομολογεί επί της ουσίας πως όλα είναι ανοιχτά: «Είχαμε πει και συνεννοηθεί με τον εκκαθαριστή(σ.σ. της ΑΤΕ) να δούμε πώς θα… κάτσει γενικά η ιστορία με τα κόκκινα δάνεια του επιχειρηματικού χώρου ώστε να τα δούμε –από ’κεί και πέρα– με μια ιδιαιτερότητα. Θα πρέπει να δούμε ποιες από αυτές τις μονάδες που έχουν λάβει δάνεια, μέσα από μια μελέτη βιωσιμότητας, θα μπορέσουν να επανεκκινηθούν, ώστε να δούμε πώς θα κινηθούμε κι εμείς. Αυτά τα δάνεια έχουν φθάσει πλέον σε τέτοιο ύψος, που δεν έχουν καμία σχέση με το αρχικό κεφάλαιο. Ουσιαστικό ρόλο, πάντως, στην όποια απόφαση, θα παίξει η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων».

Πρακτικά αυτό σημαίνει πως σε κίνδυνο μπαίνουν ακόμα και τα χωράφια των αγροτών, που από τη μια μέρα στην άλλη δεν αποκλείεται να μείνουν χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο.

Και όλα αυτά, την ώρα που ανοιχτό παραμένει και το θέμα της φορολόγησης και όλα να κρίνονται από το ύψος του αφορολόγητου που θα επιτευχθεί.

Στην ίδια συνέντευξή του ο υπουργός ξεκαθάρισε: «Έχουμε, από 1/1/16 το 20% και από 1/1/17 το 26% στο φορολογητέο εισόδημα. Είμαστε έτοιμοι να καταθέσουμε διάφορες εναλλακτικές που κινούνται στη βάση της προστασίας του μικρού και μεσαίου αγρότη. Ταυτόχρονα, όμως, στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα που βιώνει ο αγροτικός χώρος. Θα πρέπει και οι αγρότες να καταλάβουν ότι αν δεν τηρήσουν βιβλία εσόδων-εξόδων, το 23% του ΦΠΑ που πληρώνουν στις εισροές τους δεν μπορούν να το λάβουν πίσω. Όσον αφορά το αφορολόγητο, ως υπουργείο το διεκδικούμε. Το ύψους του θα είναι χαμηλότερο για δικαιούχους με αγροτικό εισόδημα οριζόντιο και υψηλότερο για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες».

Επί του πρακτέου, τρεις συντελεστές φόρου κι ένα μικρό αφορολόγητο, στα επίπεδα εκείνου που «παζαρεύει» με τους θεσμούς για τους ελεύθερους επαγγελματίες ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Τρύφωνας Αλεξιάδης, προβλέπει, σύμφωνα με πληροφορίες, το βασικό σενάριο που επεξεργάζεται η κυβέρνηση για τις αλλαγές στη φορολογία των αγροτικών εισοδημάτων από την επόμενη χρονιά.

Το σχέδιο που θα τεθεί στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς και, εφόσον γίνει αποδεκτό, θα αρχίσει να ισχύει από τα εισοδήματα του 2016 (δηλώσεις 2017), επιχειρεί ουσιαστικά να ισορροπήσει μεταξύ των μνημονιακών δεσμεύσεων αλλά και της επιθυμίας του Μαξίμου να υπάρξει αφενός μια δικαιότερη κατανομή των βαρών που απορρέουν από αυτές, αφετέρου ένα δίχτυ προστασίας για τους μικρότερους παραγωγούς. Όπως όλα δείχνουν, αυτό προβλέπει:

# Θέσπιση ενός αφορολόγητου, το οποίο θα αφορά χαμηλά αγροτικά εισοδήματα, με την κυβέρνηση εδώ να βάζει τον πήχη μεταξύ 5.000 και 7.000 ευρώ (καθαρό εισόδημα, δηλαδή έσοδα μείον έξοδα).

# Έναν συντελεστή 13% για εισοδήματα που ξεπερνούν το όριο αυτό και φτάνουν μέχρι τα 50.000 ευρώ. Στη φορολογική αυτή κατηγορία θα εντάσσονται οι κατ’ επάγγελμα αγρότες (όπως αυτοί θα προσδιορισθούν με το υψηλότερο, όπως όλα δείχνουν, εισοδηματικό όριο του 50% αντί για 35% που είναι σήμερα), οι νέοι αγρότες, καθώς και οι παραγωγοί απομακρυσμένων, ορεινών και νησιωτικών περιοχών.

# Έναν συντελεστή 20% αρχικά και 26% από το 2017 (δηλώσεις 2018), για αγροτικά εισοδήματα μεταξύ του αφορολόγητου ορίου και των 50.000 και ο οποίος θα αφορά τους ετεροεπαγγελματίες αγρότες.

# Τέλος, έναν υψηλότερο συντελεστή 33% για τα εισοδήματα μεγαλύτερων αγροτικών εκμεταλλεύσεων/επιχειρήσεων που ξεπερνούν τα 50.000 ευρώ.