Ένας δικαστής στη Νέα Ζηλανδία αποφάσισε πως ο ιδρυτής του ιστοτόπου Megaupload.com, Κιμ Ντότκομ, μπορεί να εκδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες που τον κατηγορούν για απάτη, ξέπλυμα χρήματος και εκβιασμό, ως εκείνος που διοργάνωσε…

 

μαζική ηλεκτρονική πειρατεία.

Έπειτα από δίκη που διήρκεσε εννέα εβδομάδες, ο δικαστής Νέβιν Ντόσον εκτίμησε πως υπάρχουν «συντριπτικές» αποδείξεις σε βάρος του Κιμ Ντότκομ, ο οποίος προσπαθεί εδώ και τέσσερα χρόνια να αποφύγει την έκδοσή του στις ΗΠΑ.

Φθάνοντας ενώπιον δικαστηρίου του Όκλαντ για να ακούσει την ετυμηγορία, ο 41χρονος Γερμανός, το αληθινό όνομα του οποίου είναι Κιμ Σμιτς, δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Είναι Χριστούγεννα. Θα δούμε τι έχει στον σάκο του ο Άγιος Βασίλης.»

Είχε ήδη γνωστοποιήσει ότι θα προσέβαλλε οποιαδήποτε απόφαση δεν θα ήταν ευνοϊκή.

Η υπουργός Δικαιοσύνης της Νέας Ζηλανδίας, Έιμι Άνταμς, που θα πρέπει να δώσει την έγκρισή της σε κάθε αίτημα έκδοσης, δήλωσε ότι θα περιμένει να δει αν ο ενδιαφερόμενος θα ασκήσει έφεση στην απόφαση.

«Αν αυτό δεν γίνει, θα πρέπει να εκτιμήσω την αποφασιστικότητα του δικαστηρίου και τις συστάσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης», δήλωσε. «Καθώς η απόφαση αυτή είναι εφέσιμη, δεν θα ήταν σωστό να κάνω περισσότερα σχόλια».

Η υπόθεση ξέσπασε τον Ιανουάριο του 2011, όταν η νεοζηλανδική αστυνομία πραγματοποίησε θεαματική πρωινή έφοδο στην πολυτελή κατοικία του Κιμ Ντότκομ.

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI τον κατηγορούν ότι διοργάνωσε ηλεκτρονική πειρατεία μεγάλης κλίμακας χάρη στο Megaupload, την εμβληματική πλατφόρμα διανομής αρχείων την οποία έκλεισε η αμερικανική δικαιοσύνη.

Ο Κιμ Ντότκομ και τρία πρώην στελέχη του Megaupload –ο Φιν Μπατάτο, ο Ματίας Όρτμαν και ο Μπραμ βαν ντερ Κολκ– κατηγορούνται ότι στέρησαν περισσότερα από 500 εκατομμύρια δολάρια από τους κατόχους πνευματικών δικαιωμάτων και ότι είχαν καθαρά έσοδα άνω των 175 εκατομμυρίων δολαρίων από συνδρομές και διαφημίσεις.

Ο Κιμ Ντότκομ αρνείται ότι διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα.

Σε περίπτωση έκδοσής του στις Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύει να καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης 20 ετών.