Στη δημιουργία ενός διακρατικού ελληνοβουλγαρικού διαχειριστικού φορέα… του ποταμού Έβρου και των πλημμυρών, αναφέρθηκε τη Δευτέρα από την Αλεξανδρούπολη ο ειδικός γραμματέας υδάτων του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ιάκωβος Γκανούλης.

Σε δηλώσεις του, στο περιθώριο ημερίδας με θέμα «Διαβούλευση επί του σχεδίου διαχείρισης κινδύνων πλημμύρας λεκάνης απορροής του ποταμού Έβρου», ο Ιάκωβος Γκανούλης τόνισε, πως προωθείται ήδη μία μόνιμη ελληνοβουλγαρική συμφωνία διαχείρισης υδάτων του ποταμού, αλλά και μία μόνιμη δομή διαχειριστικών σχεδίων αντιπλημμυρικής προστασίας.

«Υπάρχει πολιτική βούληση και επιδιώκουμε με το υπουργείο Εξωτερικών σε ανώτατο επίπεδο μεταξύ υπουργών των δύο κρατών, αλλά και υπουργοί Περιβάλλοντος έχουν συναινέσει να γίνει αυτός ο φορέας. Το πρόβλημα είναι ότι η Βουλγαρία όντας πιο πάνω από την ελληνική λεκάνη δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον, γιατί δεν υφίσταται τις ζημιές. Αλλά είναι δυνατό να διαπιστώσει κανείς μέσω του εν λόγω φορέα, οφέλη και για τη Βουλγαρία, π.χ. ενίσχυση αγροτουρισμού, παραγωγή ενέργειας και εξαγωγή της, κάλυψη αναγκών υδροδότησης σε περιόδους λειψυδρίας. Πρέπει να σκεφτούμε τα κοινά οφέλη των δύο χωρών», τόνισε χαρακτηριστικά.

«Πρόκειται για μία συμφωνία που θα κυρωθεί από τα Κοινοβούλια των δύο κρατών και αφορά τόσο την ανάπτυξη και προστασία του περιβάλλοντος, όσο και την αντιπλημμυρική θωράκιση. Είναι οι λεγόμενες συμφωνίες διαχείρισης διακρατικών ποταμών… Ο Έβρος, είναι πρώτος στην πλημμυρική τρωτότητα και σχεδόν κάθε χρόνο πλήττεται με κόστος πολλών εκατομμυρίων για ανακατασκευή αναχωμάτων και καταβολή αγροτικών αποζημιώσεων. Εξίσου σημαντική με την αντιπλημμυρική θωράκισή του, είναι και η αξιοποίηση του ποταμού ως πηγή δραστηριοτήτων οικονομικής ανάπτυξης», συμπλήρωσε.

Η ημερίδα έγινε στο πλαίσιο της οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αξιολόγηση και διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας. Στόχος της οδηγίας είναι η μείωση των αρνητικών συνεπειών στην ανθρώπινη υγεία, το περιβάλλον, την πολιτιστική κληρονομιά και τις οικονομικές δραστηριότητες.

Στην κατεύθυνση αυτή τα κράτη μέλη πρέπει να προβούν στη διάγνωση – αξιολόγηση του κινδύνου, τη χαρτογράφηση κινδύνου και επικινδυνότητας και τέλος στη λήψη των απαιτούμενων μέτρων και επεμβάσεων.