Αγεφύρωτη φαίνεται για την ώρα η απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών… γύρω από την επικείμενη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού. Κύκλοι του Υπουργείου Εργασίας αναφέρουν πως η σχέση των δύο πλευρών οδηγείται σε “ρήξη”, χωρίς ακόμα η ελληνική πλευρά να έχει καταλήξει σε κάποιο πολιτικό σχέδιο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η “ρήξη”, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, “επιβάλλεται” από τη στιγμή που οι δανειστές επιμένουν όχι μόνο στις άμεσες περικοπές των κύριων συντάξεων, αλλά και στο ότι πρέπει πρώτα να υπάρξει συμφωνία με την κυβέρνηση για τομές στο συνταξιοδοτικό και, έπειτα, σε οποιονδήποτε “εθνικό διάλογο” μέσω της Οικονομικής Κοινωνικής Επιτροπής.

Αντίθετα, η κυβέρνηση ήθελε πρώτα “εθνικό διάλογο” και, έπειτα, τελική διαπραγμάτευση με τους δανειστές για το νέο Συνταξιοδοτικό.

Έτσι με βάση το νέο …χρονοδιάγραμμα που επέβαλαν οι δανειστές, λίγο πριν το επόμενο κρίσιμο ραντεβού του Υπ. Εργασίας, κ. Γιώργου Κατρούγκαλου με τους εκπροσώπους των θεσμών στις αρχές Ιανουαρίου, έχει προγραμματιστεί –σύμφωνα με πληροφορίες– νέα συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής με θέμα το Ασφαλιστικό (28 ή 29 Δεκεμβρίου).

Την ίδια στιγμή, ομάδα συμβούλων του Μαξίμου ετοιμάζει μελέτη με στόχο να πείσει τους δανειστές ότι η μείωση των κύριων συντάξεων δεν θα ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος. Αντίθετα, ένα νέο “τσεκούρι” στις αποδοχές των συνταξιούχων θα εντείνει την ύφεση στην ελληνική οικονομία, θα μειώσει τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων από ασφαλιστικές εισφορές, αδυνατίζοντας έτσι τις οικονομικές αντοχές των συνταξιοδοτικών ταμείων.

Δύο σενάρια

– Στόχος της κυβέρνησης είναι να διατηρηθεί η μέση κύρια σύνταξη στα σημερινά πάνω –κάτω επίπεδα, δηλαδή γύρω στα 800 ευρώ και να αυξηθούν κατά 1,5-2% οι εργοδοτικές εισφορές (πέραν των μειώσεων σε επικουρικέ συντάξεις, ΕΚΑΣ, εφάπαξ, μερίσματα), ενώ οι δανειστές πιέζουν για μείωση της στα 600-650 ευρώ.

– Ως ενδιάμεσο σενάριο, το Υπ. Εργασίας μελετά τη “μεταβατική” εφαρμογή των νέων μειωμένων κατά 10-15% ποσοστών αναπλήρωσης για όσους συνταξιοδοτηθούν μετά το 2016 ή στη χειρότερη περίπτωση για όσους έχουν αιτηθεί σύνταξη μετά την 1η Σεπτεμβρίου του 2015.