«Ανακοίνωσα ότι στηρίζω Μητσοτάκη για…
να μην ξεκινήσει συζήτηση, αν θα πάρω καρέκλα», ξεκαθάρισε ο βουλευτής της ΝΔ και μέχρι πρότινος διεκδικητής της ηγεσίας του κόμματος

“Την ανακοίνωση ότι στηρίζω τον Μητσοτάκη, την έκανα αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ακριβώς γιατί δεν ήθελα να δώσω την εντύπωση ότι προσπαθώ να κάνω παζάρια” δήλωσε στο “Πρακτορείο 104,9 FM” ο βουλευτής της ΝΔ και μέχρι πρότινος διεκδικητής της ηγεσίας του κόμματος, Άδωνις Γεωργιάδης.
 
“Αντιλαμβάνεστε ότι με ένα 12-12,5%, που θα έχω εγώ στις εκλογές αυτές, θα μπορούσα να μείνω μία εβδομάδα τώρα και να μιλάω με τους δύο υποψηφίους, να δίνω την εικόνα ότι μιλάω και να ζητάω. Εγώ δεν έκανα αυτό, εγώ με το που βγήκε το αποτέλεσμα ανακοίνωσα, ακριβώς για να μην ξεκινήσει η συζήτηση, αν θα πάρω καρέκλα, αν δε θα πάρω, τι θα μου δώσει ο ένας, τι θα μου δώσει ο άλλος”, είπε ο κ. Γεωργιάδης, μιλώντας στην εκπομπή “Καθημερινά” και στον Χρήστο Μάτη.
 
“Πιστεύω ότι, μεταξύ των δύο, ο κατάλληλος είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης”, είπε, εξηγώντας ότι “έχει τη διαχειριστική επάρκεια να γίνει πρωθυπουργός αύριο”, ενώ “είναι ένας πολιτικός, που έχει χτίσει το προφίλ του τεχνοκράτη στον εξωτερικό, τον ξέρουν γενικώς και άρα μπορούν να τον εμπιστευτούν ευκολότερα και αυτό είναι κέρδος για την Ελλάδα, που δεν έχει χρόνο για χάσιμο, δηλαδή θα μπορέσει να μιλήσει γρήγορα την ίδια γλώσσα”.
 
Ο κ. Γεωργιάδης επισήμανε ότι η δική του υποψηφιότητα “είχε ένα πολύ έντονο στοιχείο πολιτικού ρομαντισμού, καθώς άνθρωποι, που δεν περίμεναν αντάλλαγμα, έτρεχαν για μένα”, ενώ εξέφρασε την άποψη ότι “είναι πολύ ωραίο να συμβολίσουμε την ένωση του Κέντρου και της Δεξιάς, με έναν εκπρόσωπο της Δεξιάς και έναν εκπρόσωπο του Κέντρου”, χωρίς, όπως πρόσθεσε, αυτό να σημαίνει “ότι όσοι με ψήφισαν είναι υποχρεωμένοι να ψηφίσουν τον κ. Μητσοτάκη”.
 
“Θα τρέξω για τον Κυριάκο, αν μου το ζητήσει, πολύ ευχαρίστως, αν μου το ζητήσει, όμως, όχι να φανεί ότι αναλαμβάνω πρωτοβουλίες” διευκρίνισε.
 
Σε ό,τι αφορά το μέλλον του χώρου της κεντροδεξιάς γενικότερα, ο βουλευτής της ΝΔ διατύπωσε την εκτίμηση ότι “τα ποσοστά του 40-45% του παρελθόντος, είχαν μέσα και ένα έντονο στοιχείο συναλλαγής, δηλαδή οι πολίτες ψήφιζαν τα δύο μεγάλα κόμματα, για να κάνουν διορισμούς, να κάνουν ρουσφέτια”, ενώ “τώρα τα κόμματα εξουσίας πια δε μπορούν να κάνουν συναλλαγή, γιατί το κράτος πια δε μπορεί να δώσει σε κανέναν, άρα τώρα πρέπει να ακολουθείς ένα κόμμα γιατί το πιστεύεις, τώρα μπαίνουμε στην εποχή της μάχης των ιδεών, πρέπει το κόμμα να σε συγκινήσει, να πιστέψεις ότι θα κάνει τη χώρα σου καλύτερη, πρέπει να πιστέψεις ότι θα σου λύσει τα προβλήματα, για να το ψηφίσεις”.
Πηγή