Στην ετήσια έκθεσή του το Ίδρυμα Κόνραντ Αντενάουερ (γραφείο Αθηνών), το οποίο πρόσκειται στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας, εκτιμά «ότι τελειώνει μία από τις πλέον ταραχώδεις χρονιές της πρόσφατης εξαετούς…

 

μεταρρυθμιστικής ιστορίας της Ελλάδας.

Στην πολιτική και τα ΜΜΕ επικρατεί πλέον ηρεμία. Είναι το θέμα φυγή και μετανάστευση εκείνο το οποίο ξαναφέρνει την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή ημερήσια διάταξη» και ότι «ο δρόμος προς την πολιτική σταθεροποίηση δεν έχει βρεθεί ακόμα» ενώ το «έτος 2015 θα περάσει στην ελληνική ιστορία ως ένα ιδιαίτερο σταυροδρόμι».

«Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μία αλλαγή» αλλά και άλλα δημοκρατικά κόμματα της Ελλάδας εγκατέλειψαν, πλέον, την αντιμνημονιακή επιχειρηματολογία» υποστηρίζει, εντούτοις, διαπιστώνει ότι «ο κυβερνητικός συνασπισμός και μαζί του και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Αλ. Τσίπρας, βρίσκονται στο τέλος της χρονιάς σε μία ιδιαίτερα εύθραυστη θέση» διότι «εν τω μεταξύ η αντιπολίτευση -αντίθετα από ότι έκανε τον Αύγουστο- δεν είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει την κυβέρνηση στις ψηφοφορίες στη Βουλή».

Για τις μεταρρυθμίσεις, η εν λόγω έκθεση εκτιμά ότι ναι μεν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ ψήφισαν δύσκολα θέματα στο Κοινοβούλιο, αλλά «συνολικά βρίσκονται πολύ πίσω σε πολλούς τομείς και για πολλούς παραμένει ανοικτή η εφαρμογή όσων αποφασίστηκαν από τη δυσκίνητη και αδύναμη, σε ό,τι αφορά τη στελέχωσή της με ειδικούς, διοίκηση».

Διαπιστώνει ότι «συνειδητά αναβλήθηκαν για τον Ιανουάριο δύσκολες μεταρρυθμίσεις», εκτιμά ότι ιδίως η μείωση των συντάξεων θα είναι «για ένα αριστερό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ένα δύσκολο εγχείρημα», θεωρεί ότι είναι «προβλέψιμα τα προβλήματα για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ», και ότι «περαιτέρω απώλειες βουλευτών δεν μπορούν να αποκλεισθούν», ενώ «κυκλοφορούν σενάρια ανασχηματισμού ή ακόμα και νέων εκλογών».

Επίσης, η έκθεση αναφέρει ότι λόγω της υποβάθμισης, εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, των άλλων κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο απέτυχαν οι προσπάθειες του πρωθυπουργού, Αλ. Τσίπρα, να εξασφαλιστούν ψήφοι από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ότι «με την επιλογή των ΑΝΕΛ ως εταίρο ολοκληρώθηκε η ρήξη», σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο 

Συμπεραίνει, δε, ότι «στην ανησυχία τους για το προφίλ τους κανένα (από τα ήδη αποδυναμωμένα) κόμματα της αντιπολίτευσης δεν φαίνεται διατεθειμένο να συναινέσει στα δύσκολα μέτρα».

Σημειώνεται, ακόμη, ότι σε αυτή τη δυσκολία προστίθεται και το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση, όπως επίσης και ότι «η πολιτική που ακολούθησε ο προσωρινός πρόεδρος, Βαγγέλης Μεϊμαράκης, θεωρείται στο κόμμα του αποτυχημένη».

Εκτιμάται ότι ούτε και το ΠΑΣΟΚ είναι διατεθειμένο να δώσει την οποιαδήποτε υποστήριξη στην κυβέρνηση, για λόγους «αυτοπροστασίας» και «εκδίκησης» αλλά και ότι τα άλλα μικρότερα κόμματα, όπως το «Ποτάμι» και η «Ένωση Κεντρώων» είναι «απογοητευμένα από τον ΣΥΡΙΖΑ και προσπαθούν να ενισχύσουν το δικό τους αδύναμο προφίλ».

Σύμφωνα με την έκθεση του Ιδρύματος «ανήκει στις παραδοξότητες της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα το γεγονός ότι τα αποδυναμωμένα -για διαφορετικούς λόγους- κόμματα της αντιπολίτευσης επιμένουν στην εσωστρέφεια και επικεντρώνονται στην πολιτική πόλωση, αν και θα μπορούσαν να παίξουν, με τον τρόπο τους, έναν εποικοδομητικό ρόλο με το να παρουσιάσουν πολιτικές εναλλακτικές.

Λαμβανομένου, δε, τούτου υπόψη, ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει για την ώρα η μοναδική ισχυρή μορφή στην πολιτική σκηνή της χώρας, όπως και στο κόμμα του. Ταυτόχρονα, όμως, ηγείται στο Κοινοβούλιο μίας ισχνής πλειοψηφίας, η οποία θα μπορούσε να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή.

Αντιφατική είναι, ωστόσο, και η ισχυρή νομιμοποίηση της κυβέρνησης από έστω και ολοένα λιγότερους ψηφοφόρους λόγω της αποχής, οι οποίοι, τόσο στις εκλογές, όσο και στο δημοψήφισμα έδειξαν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνηση Τσίπρα.

Μολαταύτα η επαναλαμβανόμενα -και η σε μεγάλη απόσταση από την αντιπολίτευση ευρισκόμενη- ενισχυμένη κυβέρνηση παραμένει αποδυναμωμένη και ασταθής. Επιπλέον, μειώνεται διαρκώς η δημοφιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί ψηφοφόροι είναι ήδη απογοητευμένοι από τη δεύτερη θητεία του Τσίπρα».

«Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεκίνησε -προς έκπληξη ορισμένων ψηφοφόρων των ΑΝΕΛ- με μία αλλαγή της μεταναστευτικής της πολιτικής: Κανείς από τους αφικνούμενους πρόσφυγες και μετανάστες δεν πρέπει να εμποδιστεί κατά την είσοδό του σε ελληνικό έδαφος» τονίζεται στην έκθεση, ενώ γίνεται ειδική αναφορά στα προβλήματα και την έλλειψη προετοιμασίας υποδοχής εκ μέρους της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με συνέπεια την επιστροφή τους από τα ελληνο-σκοπιανά σύνορα στην Αθήνα, έλλειψη η οποία προκάλεσε και την αποτυχία των προηγουμένων κυβερνήσεων.

Σημειώνεται, δε, ότι «η αντίδραση της τοπικής αυτοδιοίκησης και των πολιτών αυξάνεται ραγδαία» όπως «ταυτόχρονα αυξάνεται και η πίεση από ευρωπαϊκής πλευράς, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να τίθεται προ του σεναρίου της δραστηριοποίησης της FRONTEX στα πολύ ευαίσθητα ελληνο-τουρκικά θαλάσσια σύνορα χωρίς τη συναίνεση της χώρας, πιθανόν με τη συμμετοχή της ΕΕ και της Τουρκίας.

Υπάρχει ο φόβος ότι με την ενδεχόμενη ενισχυμένη δραστηριοποίηση της ΕΕ, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να ακολουθήσει παλαιά πρότυπα και αυτό θα έχει ως συνέπεια την παραμονή περισσότερων μεταναστών και προσφύγων στη χώρα, κάτι το οποίο, παρά τις κοινωνικές αξίες της κυβέρνησης, μόνο λίγοι επιθυμούν».

«Έτσι, το νέο έτος θα ξεκινήσει θυελλώδες για την Ελλάδα. Ο λαός -ειδικά μετά τις πομπώδεις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ- αναμένει εν τω μεταξύ σταθερότητα, συναινετικό προσανατολισμό και πολιτική ουσίας: Μία επιθυμία κάτι παραπάνω από κατανοητή στο τέλος του 2015» καταλήγει η έκθεση.