Του Ιωάννη Θ. Ζάχου, Αξιωματικού ΠΣ
Βασική προϋπόθεση της εμπέδωσης αξιοπιστίας και ειλικρίνειας των προθέσεων σε όλους τους τομείς της δημόσιας και κοινωνικής ζωής, αποτελεί η αντιστοιχία λόγων και…
πράξεων. Διαφορετικά, νομοτελειακά επέρχεται η φθορά, καθολική απαξίωση και ανυποληψία των φορέων τους.

Σταχυολογώντας το κείμενο αποφάσεων και διαπιστώσεων της Κεντρικής Επιτροπής του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ της 10ης και 11ης Οκτωβρίου 2015, διαβάζουμε:

«Ο ελληνικός λαός, με την ετυμηγορία του, έδωσε εντολή σταθερότητας, μια ισχυρή εντολή για κυβέρνηση τετραετίας μετά τη δύσκολη περίοδο της διαπραγμάτευσης. Μέσα σε αυτή την τετραετία υπάρχει η ξεκάθαρη εντολή να ξεκινήσουμε και μια μεγάλη πορεία τομών, ρήξεων και μεταρρυθμίσεων προκειμένου να αλλάξουμε ριζικά την Ελλάδα, να αποκαταστήσουμε αδικίες, να ξεριζώσουμε ριζωμένες αντιλήψεις στο κράτος και την κοινωνία, να κινητοποιήσουμε τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία σε μια κατεύθυνση δημοκρατικής και παραγωγικής αναγέννησης της χώρας μας μετά από την προηγούμενη καταστροφική πενταετία, που είναι στοιχεία του παράλληλου προγράμματος». Ακόμη ότι:

«Το πελατειακό, κομματικό και ρουσφετολογικό κράτος των ημετέρων είναι ακριβώς αυτό που εμείς έχουμε στόχο να γκρεμίσουμε. Η Αριστερά ήταν το θύμα του δεν θα γίνει τώρα ο νέος διαχειριστής του. Και το διαφορετικό ήθος της Αριστεράς, που τόσα χρόνια διακηρύσσαμε, ήρθε η ώρα να το κάνουμε πράξη, τελειώνοντας οριστικά με τις πρακτικές του παρελθόντος». Ανεξάρτητα των πολιτικών τους πεποιθήσεων, ελάχιστοι θα διαφωνήσουν στις διακηρύξεις αυτές, διακατεχόμενοι από σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια.

Η προοπτική διακυβέρνησης των πολιτικών κομμάτων, οδηγεί τους απολιτίκ χαμαιλέοντες, στον εφοδιασμό τους με δεξιές και αριστερές κομματικές ταυτότητες που τις επισείουν κατά περίπτωση ως απόδειξη αδιαμφισβήτητης κομματικής προσήλωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αριστερά γενόσημα, άνευ δραστικής ουσίας, έχουν παρεισφρήσει στον κύριο πολιτικό κυβερνητικό φορέα κι ex officio θεωρούν εαυτούς, μόνους εκφραστές και τοποτηρητές της εφαρμοζόμενης πολιτικής στα Σώματα Ασφαλείας. Συνειδητά αποτελούν την τροχοπέδη κάθε προοδευτικής αλλαγής, βελτίωσης και διαφάνειας στη λειτουργία του Πυροσβεστικού Σώματος, καθόσον οι βουλησιαρχικές τους δράσεις, πρωτίστως εστιάζονται στην επιβολή επιλογής των αρεστών κι ελεγχόμενων προσώπων στην πολιτική και φυσική ηγεσία. Πλην όμως δεν έχουν το ηθικό ανάστημα να εκφράζουν τις μύχιες επιθυμίες τους στις ανοιχτές συζητήσεις των συντεταγμένων οργάνων, αλλά αντιθέτως, εκεί αναγνωρίζουν εκ των υστέρων τα δήθεν λάθη των εσκεμμένων ενεργειών τους και εκφράζουν υποκριτικά την απαξιωμένη κι αναξιόπιστη συγγνώμη τους. Παρασκηνιακά εξακολουθούν να επιδίδονται στην προσφιλή τακτική του επωφελούς παραγοντισμού, εμφανίζοντας μια ανισόρροπη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά διπολικής διαταραχής, που παρέχει το έρεισμα αμφισβήτησης της ψυχικής τους ευστάθειας.

Με την έναρξη της δεύτερης κυβερνητικής περιόδου της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταιγιστικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας ανυπόστατα δημοσιεύματα, ανεπίδεκτα αξιολογικής και δημοσιογραφικής εκτίμησης, που το μόνο που εξυπηρετούν είναι η σκοπιμότητα των εμπνευστών τους, χάριν της δημιουργίας κλίματος εντυπώσεων και εκβίασης πολιτικών αποφάσεων, σε αντίθετη κατεύθυνση των εξαγγελθέντων τομών και ρήξεων, στα πλαίσια του προγραμματικού «ξεμπερδεύουμε με το παλιό». Τα δημοσιεύματα αυτά είτε αφορούν αναδημοσιεύσεις, αναρτήσεων συνδικαλιστών σε κοινωνικά μέσα δικτύωσης και κειμένων συνδικαλιστικής ιστοσελίδας, είτε διατυπώνονται ως αποτέλεσμα δημοσιογραφικών πληροφοριών από αορίστως επικαλούμενες «αξιόπιστες πηγές», απόψεων και αυθαίρετων εκτιμήσεων γνωστού και μη εξαιρετέου διαδικτυακού μέσου που, ως φαίνεται, οι «υπόγειες διαδρομές» δεν το αφήνουν αδιάφορο. Κατά το «έγκυρο» δημοσιογραφικό ρεπορτάζ αναπαραγωγής της συνδικαλιστικής ψευδολογικής και συκοφαντικής φανφάρας, δεν υπήρξε καμία παραίτηση ανωτάτων αξιωματικών, που προαναγγέλονταν σε περίπτωση διορισμού του νυν Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, που λυσσαλέα προσπάθησαν να αποτρέψουν κινδυνολογώντας και λασπολογώντας σε όλα τα επίπεδα. Μένει να δούμε αν το συγκεκριμένο δημοσιογραφικό μέσο, αντιπροσωπεύει την αντικειμενικότητα, την αξιοπιστία και την καλή δημιουργική πρόθεση, όπως βαυκαλίζεται, ή θα «μπλοκάρει», όπως έχει πράξει και στο παρελθόν, ένα ενυπόγραφο προς δημοσίευση κείμενο, για το περιεχόμενο του οποίου την ευθύνη έχει ο συντάκτης του.

Από το θεμελιώδες θεσμικό συνδικαλιστικό πλαίσιο, απαγορεύεται ρητά στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα μέλη αυτών να συμμετέχουν σε κάθε είδους εκδηλώσεις πολιτικών φορέων ή πολιτικών προσώπων ή να ασκούν προπαγάνδα υπέρ ή κατά αυτών καθώς και να αναμιγνύονται με οποιονδήποτε τρόπο σε θέματα διοίκησης των Υπηρεσιών. Ουδέν αναληθέστερον. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ο χειραγωγούμενος κυβερνητικός συνδικαλισμός, μπορεί ν’ αποτελεί το μακρύ χέρι της πολιτικής εξουσίας και της διοίκησης. Στην πρώτη περίπτωση συνδικαλιστές λειτουργούν ως συγκεντρωσιάρχες πολιτικών προσώπων κι εκπρόσωποι κομμάτων και στη δεύτερη, ως αντάλλαγμα, απλά συνδιοικούν, με καταφανή την υπαιτιότητα και ανοχή των πολιτικών ιθυνόντων.

Αυτοί, των οποίων η υπογραφή διαχρονικά δε βρίσκεται πουθενά από θέση υπηρεσιακής ευθύνης καίριων και νευραλγικών υπηρεσιακών τομέων, αν και κατέχουν υψηλούς βαθμούς που δεν τους ανήκουν, αυτοπροσδιορίζονται ως διαπρύσιοι τιμητές επί παντός επιστητού που άπτεται της λειτουργίας του πυροσβεστικού οργανισμού και θεματοφύλακες της εργασιακής ειρήνης μαζί με πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, επιβεβαιώνοντας τη συνδικαλιστική τους αδράνεια, ανεπάρκεια και διαπλοκή. Συναντάται όμως η υπογραφή τους στις αποφάσεις υπηρεσιακών συμβουλίων μεταθέσεων και αποσπάσεων που μετέχουν ως αιρετοί εκπρόσωποι, κραυγαλέο ηθικό και συνταγματικό ασυμβίβαστο, προκειμένου να διαιωνίζουν την επικρατούσα πελατειακή αντίληψη και νοοτροπία. Κυρίως όμως για το υποκρυπτόμενο προσωπικό όφελος της ρουσφετολογικής ψηφοθηρίας, εκλεγόμενοι και επανεκλεγόμενοι στα συνδικαλιστικά όργανα, με διαδικασίες που ελέγχονται ως προς τη διαφάνεια και τη νομιμότητα των υποψηφιοτήτων τους. Η πολυπόθητη συνδικαλιστική ιδιότητα όμως επιτρέπει, να κινούνται με ευχέρεια στα κομματικά και πολιτικά σαλόνια ως μόνοι προνομιακοί συνομιλητές και καμία σημασία δεν έχει ο τρόπος απόκτησής της. Αποθρασυνόμενοι, θέτουν δημοσίως και τελεσίγραφα, για να διαμορφώσουν το κατάλληλο κλίμα επιβολής των αρεστών φυσικών ή πολιτικών ηγεσιών, που θα είναι ανεκτές και δεκτικές στην άσκηση του προσφιλούς συνδικαλιστικού αθλήματος της συνδιοίκησης, λειτουργώντας ως opinion makers πολιτικών και υπηρεσιακών αποφάσεων.

Παρουσιάζονται ως οι διαμορφωτές των θέσεων και συντάκτες του κυβερνητικού προγράμματος για το Πυροσβεστικό Σώμα. Ενός προγράμματος, που αρχικά περιελάμβανε την επιδότηση ενοικίου σε όσους υπηρετούν εκτός πόλης συμφερόντων τους, αποδεικνύοντας ότι δεν διαθέτουν καμιά αίσθηση και αντίληψη της υπηρεσιακής και κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας. Η κατάρτιση προγράμματος που αποτελεί την επίσημη θέση πολιτικού φορέα, προϋποθέτει κατάθεση και συλλογική επεξεργασία προτάσεων για τη σφαιρική προσέγγισή του, ικανού να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον κι όχι προσωπικές θέσεις διάχυτης ιδιοτέλειας.

Η τεχνογνωσία του κυβερνητικού συνδικαλισμού και διαπλεκόμενων μανδαρίνων του διοικητικού μηχανισμού, που εκ της θέσης τους αισθάνονται ισχυροί, δεν αμφισβητείται. Γνωρίζουν καλά τι σημαίνει «διακριτική εξουσία», δικτυωμένοι με παράπλευρα ισχυρά κέντρα επηρεασμού της λήψης αποφάσεων. Μπορούν να σηκώνουν το τηλέφωνο και να ενημερώνουν άτυπα δημοσιογράφους, αστυνομικές αρχές, εισαγγελείς, οικονομικούς παράγοντες, κομματικούς πάτρωνες, που έχουν βοηθήσει στην αναρρίχησή τους, και είναι οι «πλάτες» τους. Σίγουρα οι κλίκες αυτές δεν εξαφανίζονται μονομιάς, αποτελούν ενεργό δίκτυο-αράχνη που η κυβερνητική αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα θρέφει.

Η αρχαία ρήση: «πάντων χρημάτων μέτρον έστιν άνθρωπος…..», δηλαδή όλα καθορίζονται από τον άνθρωπο, αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατίας και των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου την απαρέγκλιτη εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, σηματοδοτούν τα πρόσωπα που καλούνται να στελεχώσουν τους καίριους τομείς της πολιτικής και δημόσιας ζωής. Όταν τα πρόσωπα που καλούνται να υπηρετήσουν το «διαφορετικό ήθος της αριστεράς» δεν το ενστερνίζονται, αλλά τυχοδιωκτικά και αφιλτράριστα παρεισφρέουν ως παράγοντες, αναπόφευκτα προδικάζουν και το αρνητικό αποτέλεσμα, όντας εθισμένα και γαλουχημένα εντός του διεφθαρμένου και χρεοκοπημένου συστημικού κατεστημένου, που ο φέρελπις πολιτικός φορέας της κυβερνώσας αριστεράς καταγγέλλει. Η συναίσθηση της απογοήτευσης, πικρίας και ιερής αγανάκτησης που η ψυχολογική ματαίωση δια της διάψευσης των προσδοκιών επιφέρει, νομοτελειακά σμιλεύει το χαρακτήρα της αποτυχούσας αριστεράς και σηματοδοτεί το «πέρασμά» της στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Αν μπορούμε να ελπίζουμε στο αύριο μιας κυβέρνησης με αναφορά στην κοινωνία των αξιών και τον άνθρωπο ως συλλογικότητα, πρέπει άμεσα ν’ αναπληρωθεί ο χαμένος χρόνος και να ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙ ως κυβέρνηση κι όχι ως κρατικοδίαιτη Μη Κυβερνητική Οργάνωση. Η ανελέητη σύγκρουση με το οικονομικό, πολιτικό και μιντιακό σύστημα εξουσίας και η απομάκρυνση των υπηρετών τους από τον κρατικό μηχανισμό, κυβερνητικές και καίριες διοικητικές θέσεις παραμένει ζητούμενο. Δε φαίνεται να εξαντλείται κάθε δυνατότητα αποκατάστασης εντιμότητας, αξιοπρέπειας και ανιδιοτέλειας, κόντρα στις μεγαλόστομες διακηρύξεις, εξανεμίζοντας τάχιστα το ηθικό πλεονέκτημα και υπεροχή, που ο αναπάντεχος ριζοσπαστισμός της ελληνικής κοινωνίας προσέδωσε. Η εφαρμογή της δικαιοσύνης δεν αφορά μόνο το νόμο και το νόμιμο, αλλά και το δίκαιο. Και κατά τον αρχαίο Έλληνα σοφιστή Πρωταγόρα, «όσα δεν έχουν την αίσθηση της δικαιοσύνης, είναι αυτόματα καταδικασμένα να εξαφανισθούν.