Δύο από τα πιο ιστορικά πολυκαταστήματα της Αθήνας παραδίδονται στις φλόγες στις 19 Δεκεμβρίου 1980. Τα «Μινιόν» και…
«Κατράντζος» καταστρέφονται στην αιχμή της εορταστικής περιόδου από δύο ταυτόχρονες πυρκαγιές, ενώ πολλοί κάνουν λόγο για «κύκλους της ανωμαλίας», «εμπρηστές της ομαλότητας» και «σκοτεινές δυνάμεις».

Τρεις ώρες μετά τα μεσάνυχτα, εκείνης της Παρασκευής, ακούγονται εκρήξεις και τα πολυκαταστήματα τυλίγονται στις φλόγες, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όπως περιέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες. Η πυρκαγιά ξεκινά από τους υψηλότερους ορόφους, όπου βρίσκονται τα πλέον εύφλεκτα υλικά, γεγονός που βεβαιώνει ότι πρόκειται για εμπρησμό. Η ηλεκτροδότηση στην περιοχή της Ομόνοιας διακόπτεται, καθώς κατέρρευσαν οι κολώνες της ΔΕΗ μπροστά στα δύο καταστήματα.

Σαράντα δύο οχήματαμ 135 άνδρες της πυροσβεστικής και όλοι οι μαθητές της Πυροσβεστικής σχολής καταφθάνουν στο σημείο, όμως η καταστροφή είναι εκτεταμένη. Από το «Μινιόν» έχει απομείνει μόνο ο σκελετός του κτιρίου ενώ το «Κατράντζος» καταρρέει. Η πυροσβεστική υπολογίζει ότι οι ζημίες ανέρχονται στα δύο δισ. δραχμές.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου από την αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επιτρέπει σε παρακρατικά και εγκληματικά στοιχεία να επιδίδονται σε καταστροφές που θίγουν επαγγελματίες και εργαζόμενους, καθώς και τη γαλήνη του κόσμου ενώ το ΚΚΕ μιλά για «σκοτεινή υπόθεση». Ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Ράλλης, που λίγες ώρες πριν από την πυρκαγιά υπερασπιζόταν στη Βουλή τον πρώτο και τελευταίο προϋπολογισμό της πρωθυπουργικής του θητείας, απαντά στον Ανδρέα Παπανδρέου μιλώντας για «εκμετάλλευση του τραγικού γεγονότος» ενώ ενημερώνει σχετικά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Με προκήρυξη που έφτασε μέσω ταχυδρομείου στις εφημερίδες, στις 22 Δεκεμβρίου, η οργάνωση-φάντασμα «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80» ανέλαβε την ευθύνη του εμπρησμού. Μεταξύ άλλων, στην προκήρυξη αναφερόταν ότι «κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται της ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια».

Η πρώτη σύλληψη δεν άργησε να γίνει από την αστυνομία, όμως ο ύποπτος αφέθηκε ελεύθερος καθώς δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία εις βάρος του. Λίγο αργότερα συλλαμβάνονται η Αικατερίνη και Ευαγγελία Τσαγκαράκη, δύο αδελφές 23 και 20 ετών αντίστοιχα, καθώς η μία φερόταν ότι «είχε επαφές με άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου». Ο ανακριτής της υπόθεσης, Μιχάλης Μαργαρίτης, τις απαλλάσσει. Οι προσαγωγές πολλαπλασιάζονται χωρίς αποτέλεσμα.

Το πολιτικό κλίμα στη χώρα φορτίζεται επικίνδυνα. Έκτακτα μέτρα φρούρησης λαμβάνονται σε σούπερ μάρκετ, πολυκαταστήματα και τράπεζες. Για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, γίνεται έλεγχος των τσαντών στις εισόδους των πολυκαταστημάτων. Στην πρωτεύουσα επικρατεί φόβος.

Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιούνται τέσσερις ακόμα εμπρησμοί σε πολυκαταστήματα. Στις 3 Ιουνίου 1981, πυρπολούνται τα «Κλαουδάτος» και «Ατενέ», ενώ μέσα στις επόμενες τέσσερις μέρες το σκηνικό επαναλαμβάνεται για τα καταστήματα «Δραγώνα» και «Λαμπρόπουλος».

Τον εμπρησμό του «Μινιόν» και «Κατράντζος» κατήγγειλε ο ΕΛΑ. Παράλληλα, η 17Ν άσκησε κριτική για την ενέργεια, μέσω προκήρυξης στις 24 Ιουλίου 1981, υποστηρίζοντας ότι οι επιθέσεις «ήταν επιχειρησιακά ασυντόνιστες, όχι κατάλληλα προετοιμασμένες και πολιτικά επιβλαβείς». Οι επιθέσεις στα πολυκαταστήματα δεν έχουν εξιχνιαστεί μέχρι σήμερα και έχουν παραγραφεί δικαστικά.

Πηγή