Την ώρα που οι Ισπανοί ψηφοφόροι μοιάζουν έτοιμοι να στρέψουν την πλάτη στον δικομματισμό, οι αρχηγοί των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, τα οποία μονοπώλησαν την…
εξουσία τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια, κονταροχτυπήθηκαν σκληρά στη μεταξύ τους τηλεμαχία τη Δευτέρα, έξι ημέρες πριν από τις σημερινές κρίσιμες βουλευτικές εκλογές.

«Εκτιμώ ότι η Ισπανία αξίζει υψηλότερο επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης, μια συζήτηση ψύχραιμη και εποικοδομητική και όχι –όπως είδαμε– μια κοκορομαχία στη λάσπη», είπε ο επικεφαλής των Κεντρώων Φιλελεύθερων Σιουδαδάνος (Οι Πολίτες), Αλμπέρ Ριβέρα, όπως περιέγραψε στην ανταπόκρισή του από τη Μαδρίτη ο Φρανσουά Μισό της Liberation.

«Ο Μαριάνο Ραχόι και ο Πέδρο Σάντσες προσέφεραν ένα θέαμα του περασμένου αιώνα. Επρόκειτο για μια συζήτηση, πραγματική αναγγελία κηδείας μιας ολόκληρης εποχής», είπε ο ηγέτης του αριστερού Ποδέμος (Μπορούμε), Πάμπλο Ιγκλέσιας, μιλώντας σε ιδιωτικό τηλεοπτικό δίκτυο.

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα, ποτέ οι Ισπανοί δεν είχαν παρακολουθήσει μια τόσο έντονη αντιπαράθεση μεταξύ υποψηφίων.

Επιθετικός και έτοιμος να επιτεθεί προσωπικά στον επικεφαλής της κυβέρνησης, ο Πέδρο Σάντσες δεν αρκέστηκε να καταλογίσει στον Μαριάνο Ραχόι τη σειρά οικονομικών σκανδάλων που στιγμάτισαν το Λαϊκό Κόμμα, μνημονεύοντας, επίσης, «τη φτωχοποίηση των εργαζόμενων», την κατάργηση των υποτροφιών σε φοιτητές» και το «πετσόκομμα του προϋπολογισμού της υγείας». Κοιτάζοντας τον πρωθυπουργό στα μάτια, ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών τον αποκάλεσε «ανήθικο πρόσωπο», που όφειλε να έχει παραιτηθεί πριν από δύο χρόνια, μια έμμεση αναφορά στις οικονομικές ατασθαλίες του στενού συνεργάτη του Ραχόι και ταμία του Λαϊκού Κόμματος, Λούις Μπάρσενας, και στα εκατομμύρια που αυτός απέκρυψε σε τραπεζικό λογαριασμό στην Ελβετία.

Στην προσβλητική αυτή δήλωση, ο Ραχόι απήντησε: «Είμαι ένας ηθικός και καθαρός πολιτικός. Τα λόγια σας είναι άθλια και εμετικά».

Μεγάλοι νικητές του τηλεοπτικού αυτού ντιμπέιτ υπήρξαν, παραδόξως, οι δύο απόντες από αυτό, ο Αλμπέρ Ριβέρα και ο Πέμπλο Ιγκλέσιας, όπως συμφώνησαν όλοι οι παρατηρητές.

Από το 1979 και ένθεν, το Λαϊκό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές (οι μόνοι που κυβέρνησαν την Ισπανία, ενίοτε με απόλυτη πλειοψηφία εδρών στα Κόρτες Χενεράλες, τη Βουλή) εξασφάλιζαν συνήθως το 80% των ψήφων.

Η οικονομική κρίση, η οποία ξέσπασε το 2008, όμως, και οι οργή του εκλογικού σώματος απέναντι στην πολιτική λιτότητας, επέτρεψαν την εντυπωσιακή άνοδο των Σιουδαδάνος και του Ποδέμος.

Σύμφωνα με σφυγμομέτρηση της μεγάλης εταιρείας Sigma Dos, το Λαϊκό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές δεν πρόκειται να εξασφαλίσουν περισσότερο από το 47% των ψήφων, έναντι 38% για τους νιόφερτους πολιτικούς σχηματισμούς. Η σημερινή ετυμηγορία του εκλογικού σώματος μπορεί τώρα να οδηγήσει σε ιστορικούς συμβιβασμούς τα δύο μεγάλα κόμματα, τα οποία ίσως βρεθούν υποχρεωμένα να συνασπισθούν με τους νεόκοπους αντιπάλους τους για να κυβερνήσουν.

«Οι καιροί έχουν αλλάξει ριζικά. Οι Ισπανοί δεν επιθυμούν πια πολιτική ηγεμονία, αλλά ποικιλία σχηματισμών, των οποίων οι συμμαχίες θα εγγυώνται τις αξίες και τις βασικές γραμμές του κράτους πρόνοιας. Για τον λόγο αυτό, το ντιμπέιτ της Δευτέρας αποτέλεσε πραγματικό “Λυκόφως των θεών”, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής η οποία κυριαρχήθηκε από την εναλλαγή ενός ντουέτου στην εξουσία», λέει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Ενρίκε Χιλ Κάλβο.

Η τηλεοπτική αντιπαράθεση μεταξύ Πέδρο Σάντσες και Μαριάνο Ραχόι επέτρεψε, επίσης, στους Ισπανούς ψηφοφόρους να διαπιστώσουν τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του καθενός. Ο σημερινός πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι η αργή –αλλά υπαρκτή– ανάκαμψη της ισπανικής οικονομίας αποτελεί αποκύημα της πολιτικής του, η οποία επέτρεψε, επίσης, τη μείωση κατά το ήμισυ του χρέους και τον ισοσκελισμό του εμπορικού ισοζυγίου.

Ο Πέδρο Σάντσες, από τη μεριά του, αξιοποίησε τη ρητορική του δεινότητα για να καταγγείλει τη διαφθορά (υπογραμμίζοντας τον παράνομο πλουτισμό του πάλαι ποτέ οικονομικού εγκεφάλου του Λαϊκού Κόμματος και πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ, Ροντρίγκο Ράτο), το δυσβάστακτο δημόσιο χρέος και την ψήφιση σκληρής εργατικής νομοθεσίας (90% των προσλήψεων αφορά συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μερικής απασχόλησης).

Πηγή