Στο 5% τουλάχιστον του ετήσιου εισοδήματος θα ανέρχεται η συνεισφορά των δανειοληπτών, οι οποίοι ανήκουν στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και που δικαιούνται, κατόπιν…
αίτησής τους, πληρωμή του υπόλοιπου της δόσης του δανείου τους από το Δημόσιο. Το μέτρο, σύμφωνα με την Καθημερινή, αφορά όσους πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια και έχουν στα χέρια τους οριστική απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ρυθμίζονται τα χρέη τους στο πλαίσιο του «νόμου Κατσέλη».

Τόσο οι δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας, όσο και οι υπόλοιποι που θα θελήσουν να υπαχθούν στον «νόμο Κατσέλη», θα πρέπει από την 1η Ιανουαρίου 2016 να προσκομίσουν στο δικαστήριο, πέραν των άλλων δικαιολογητικών (Ε1, Ε9 κ.λπ.) και κατάσταση στην οποία θα αναγράφονται οι δαπάνες διαβίωσης αναλυτικά ανά κατηγορία, τα τρέχοντα εισοδήματα αναλυτικά από την πηγή προέλευσής τους, αλλά και τα εκτιμώμενα μελλοντικά στοιχεία. Με βάση αυτά θα προσδιοριστεί η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.

Τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ο δανειολήπτης έτσι ώστε το Δημόσιο να καλύπτει μερικώς το ποσό της μηνιαίας δόσης είναι, σύμφωνα με την απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, τα ακόλουθα:

Να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση από το δικαστήριο.

Το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημά τους να υπολείπεται ή να είναι ίσο με τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Αυτές με βάση τον καθορισμό του 2014 ανέρχονται μηνιαίως σε 682 ευρώ για τον άγαμο, 1.160 ευρώ για έγγαμο, 1.440 ευρώ για ζευγάρι με ένα παιδί και 1.720 ευρώ για τετραμελή οικογένεια. Διαθέσιμο εισόδημα θεωρείται το συνολικό καθαρό εισόδημα, αφού αφαιρεθούν φόροι, ασφαλιστικές εισφορές, εισφορά αλληλεγγύης και αφού προστεθεί το σύνολο επιδομάτων, ενισχύσεων και εισόδημα που απαλλάσσεται ή φορολογείται με άλλο τρόπο.
Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης να είναι έως 120.000 ευρώ για τον άγαμο, 160.000 ευρώ για τον έγγαμο χωρίς παιδιά, ενώ για κάθε τέκνο και έως τρία τέκνα προσαυξάνεται κατά 20.000 ευρώ.

Να είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών.
Να βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία πληρωμής των μηνιαίων καταβολών.

Ο δανειολήπτης υποχρεούται να καταβάλει ετησίως τουλάχιστον το 5% του ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματός του, εάν το διαθέσιμο εισόδημά του είναι έως και 8.000 ευρώ. Για παράδειγμα, εάν έχει ετήσιο εισόδημα 8.000 ευρώ, η ελάχιστη ετήσια συνεισφορά του θα ανέρχεται σε 400 ευρώ. Εάν το διαθέσιμο εισόδημά του είναι άνω των 8.000 ευρώ, τότε επί του υπερβάλλοντος ποσού υπολογίζεται επιπλέον συνεισφορά 10%. Για παράδειγμα, εάν το εισόδημα είναι 9.000 ευρώ, τότε η ελάχιστη ετήσια συνεισφορά θα διαμορφώνεται σε 500 ευρώ. Η ελάχιστη συνεισφορά θα επανεξετάζεται στο τέλος κάθε έτους.

Η αίτηση των οφειλετών θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά σε εφαρμογή που θα υπάρχει στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή με τη χρήση των κωδικών του taxis. Εντός 15 ημερών από την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης, ο αιτών θα πρέπει να αποστέλλει ταχυδρομικά στη γ.γ. Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή αντίγραφο της δικαστικής απόφασης. Στη συνέχεια μπορεί να παρακολουθεί ηλεκτρονικά την πορεία της αίτησής του.

Η συμμετοχή του Δημοσίου -η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και τρία χρόνια- θα καταβάλλεται απευθείας στην τράπεζα και εφόσον θα έχει γίνει η καταβολή που αναλογεί στον οφειλέτη. Σε περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν καταβάλλει τρεις δόσεις, τότε θα διακόπτεται η συμμετοχή του Δημοσίου. Ο δανειολήπτης, πάντως, θα έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα επανεξέτασης, η οποία θα γίνεται από ειδική επιτροπή που θα συσταθεί ακριβώς με αυτή την αρμοδιότητα.

Σύμφωνα δε με πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος που επίσης εκδόθηκε χθες, προσδιορίζονται ο τρόπος καθορισμού της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, καθώς και το ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση που η πρώτη κατοικία του «έβγαινε στο σφυρί». Ετσι θα επιδιωχθεί η έκδοση των δικαστικών αποφάσεων με πιο αντικειμενικά κριτήρια.

Βάση του υπολογισμού της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής αποτελούν το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα και οι δαπάνες διαβίωσης. Βάση του υπολογισμού της μελλοντικής ικανότητας αποτελούν τα παραπάνω, προσαυξημένα κατά 5% ανά πενταετία, ενώ λαμβάνονται επιπλέον υπόψη η ηλικία του οφειλέτη, τυχόν προβλήματα υγείας, κ.ά. Το σύνολο του ποσού των δόσεων που προκύπτει από την εκτίμηση της μέγιστης δυνατότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη ανάγεται σε «παρούσα αξία» (χρησιμοποιείται ως προεξοφλητικό επιτόκιο το μέσο επιτόκιο υφιστάμενων στεγαστικών δανείων σε ευρώ με διάρκεια άνω των πέντε ετών).

Για να προσδιορισθεί η μηνιαία δόση θα γίνεται και εκτίμηση της αξίας του ακινήτου ως εξής: οι πιστωτές θα προσκομίζουν εκτίμηση σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό πλειστηριάσματος, καθώς και εκτίμηση της τρέχουσας εμπορικής αξίας του ακινήτου. Εκτίμηση δικαιούται να καταθέσει από την πλευρά του και ο οφειλέτης. Σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη απόκλιση μεταξύ των εκτιμήσεων, τότε ορίζει εκτιμητή το δικαστήριο. Εάν το δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν πρέπει να εξαιρεθεί από τον πλειστηριασμό η πρώτη κατοικία, τότε την αμοιβή του τρίτου εκτιμητή την καταβάλλει ο οφειλέτης, ενώ στην αντίθετη περίπτωση οι πιστωτές.

Πηγή