Στο… ψωμοτύρι φαίνεται πως το έχουμε ρίξει στα χρόνια της κρίσης, αφού… δημητριακά και γαλακτοκομικά αναδεικνύονται ως τα τρόφιμα με την υψηλότερη ημερήσια κατανάλωση σε μία νέα, μεγάλη πληθυσμιακή έρευνα.

Όπως αποκαλύπτει, έχουμε γυρίσει την πλάτη στα φρούτα, τα όσπρια, τα ψάρια και τα λαχανικά, και προτιμάμε γάλα, γαλακτοκομικά, κρέας και τα προϊόντα του, με συνέπεια να «θερίζουν» η παχυσαρκία, η υπέρταση και η αυξημένη χοληστερόλη.

Ευτυχώς εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε ως κύριο πρόσθετο λιπίδιο στη διατροφή μας το ελαιόλαδο(το 80% του συνόλου), από το οποίο προσλαμβάνουμε κατά μέσον όρο 35-40 γραμμάρια την ημέρα (2-3 κουταλιές της σούπας).

Τα στοιχεία αυτά, που δημοσιοποιούνται με αφορμή την αυριανή Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής, προέρχονται από την μελέτη «ΥΔΡΙΑ» την οποία πραγματοποιούν από κοινού το Ελληνικό Ίδρυμα Υγείας και το Κέντρο Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), σε μία προσπάθεια να αποτυπώσουν την κατάσταση της υγείας, τις διατροφικές επιλογές και τις συνήθειες διαβίωσης του ελληνικού πληθυσμού.

Τα προκαταρκτικά ευρήματα της μελέτης, στην οποία συμμετέχουν περισσότερα από 4.000 εθελοντές ηλικίας άνω των 18 ετών από τις 13 περιφέρειες της χώρας, αποκαλύπτουν ότι σε ημερήσια βάση καταναλώνουμε περίπου 200 γραμμάρια ψωμί, ζυμαρικά και ρύζι, και άλλα τόσα γραμμάρια γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Τρώμε επίσης περισσότερα από 80 γραμμάρια κρέας ενώ, αντιθέτως, η κατανάλωση ωμών και μαγειρεμένων λαχανικών περιορίζεται σε περίπου 200 γραμμάρια ημερησίως και τα φρούτα σε περίπου 120 γρ. – ποσότητες σημαντικά μειωμένες σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε παλαιότερα, κατά την συντονίστρια του «ΥΔΡΙΑ» καθηγήτρια Αντωνία Τριχοπούλου.

«Η μεγάλη μελέτη EPIC, στοιχεία της οποίας είχαμε δημοσιοποιήσει το 2005, είχε δείξει ότι η κατανάλωση λαχανικών και φρούτων στην Ελλάδα την περίοδο 1994-1999 ήταν ικανοποιητική και σύμφωνη με τις διεθνείς διατροφικές συστάσεις οι οποίες προτείνουν τουλάχιστον 250 γραμμάρια λαχανικών και 150 γραμμάρια φρούτων ημερησίως», λέει στα «ΝΕΑ».

«Αυτό, όμως, ως φαίνεται έχει πάψει να ισχύει, γεγονός που επιβεβαιώνει την προοδευτική απομάκρυνσή μας από την παραδοσιακή Ελληνική διατροφή».

Και τότε και τώρα, εξάλλου, υπάρχει μεγάλη υστέρηση όσον αφορά την κατανάλωση οσπρίων και ψαριών, η οποία σήμερα δεν υπερβαίνει τα 20 και 25 γραμμάρια την ημέρα, αντιστοίχως – ποσότητες που θα έπρεπε να είναι διπλάσιες ή και τριπλάσιες ακόμα για να διαφυλάσσεται η υγεία.

Όσον αφορά το κρέας, η κατανάλωσή του σήμερα είναι λίγο μειωμένη σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1990 (σχεδόν 85 γραμμάρια την ημέρα έναντι περίπου 100 γρ) αλλά σαφώς υψηλότερη από τα 35 γρ. ημερησίως που αναφέρονται στη παραδοσιακή ελληνική μεσογειακή διατροφή.

Μεγάλη είναι, τέλος, και η κατανάλωση ζάχαρης και άλλων γλυκαντικών, η οποία πλησιάζει τα 35 γραμμάρια την ημέρα (από σχεδόν 20 που ήταν στη δεκαετία του 1990), αλλά θα έπρεπε να είναι… κλάσμα αυτής.

Σχεδόν μοιραία, λοιπόν, το 41,7% των ενηλίκων στη χώρα μας έχουν ενδείξεις υπέρτασης (ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 80% στις ηλικίες άνω των 65 ετών), το 41,1% έχουν αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα (το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν 70% στις ηλικίες άνω των 65 ετών), το 8,5% διαβήτη και επτά στους δέκα πολλά ή λίγα περιττά κιλά.

«Τα ευρήματά μας είναι σαφή: έχουμε κάνει καθημερινότητα τα γιορτινά φαγητά της παραδοσιακής, ελληνικής διατροφής», τονίζει η κυρία Τριχοπούλου.

«Η διατροφή των προγόνων μας, λ.χ., σε καθημερινή βάση περιείχε μόνο λίγη ζάχαρη στον καφέ και κρέας μία φορά στις 15 μέρες ή το μήνα. Συνήθως έτρωγαν μέλι, ξερά σύκα και σταφίδες για γλυκό, και ψάρια και όσπρια πολλές φορές την εβδομάδα, ενώ μονάχα στις γιορτές έτρωγαν κρέας και γλυκά με ζάχαρη.

»Εμείς όλ’ αυτά τα έχουμε αλλάξει, ήδη πληρώνουμε το τίμημα της ανθυγιεινής διατροφής και, αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, στο εγγύς μέλλον η κατάσταση θα είναι ακόμα χειρότερη»