Γράφει ο Γιώργος Μουρελάς 
Ανεξάρτητος Τραπεζικός Αναλυτής
Πολλά ακούγονται τελευταία για την πώλησης της θυγατρικής της ΕΤΕ στην Τουρκία…
την Finansbank. Δεν θέλω να μείνω στα κακοπροαίρετα σχόλια που μιλούν για ξεπούλημα και εκχώρηση assets, θέλω να σταθώ σε ποιο μετριοπαθείς ανησυχίες σχετικά με την ορθότητα της αποεπένδυσης.

Άλλωστε για το αν είναι ξεπούλημα ή όχι έχει εξ αρχής και de facto τοποθετηθεί η Εθνική Τράπεζα. Το ελάχιστο τίμημα που θέτει ως όριο η ΕΤΕ είναι μια πολύ σημαντική δικλείδα ασφαλείας που αποδεικνύει ότι δεν πάμε σε ξεπούλημα μπιρ παρά -για να χρησιμοποιήσω και την τουρκική γλώσσα, αφού εκτιμάται ότι θα αποκομίσει τίμημα μία φορά το book value της Finansbank, δηλαδή περίπου 3 δισ. ευρώ. Την ώρα που συνολικά οι τουρκικές τράπεζες διαπραγματεύονται στο 0,8 του book value τους! Άλλωστε η σύγκριση πρέπει να γίνεται με ομοειδή δεδομένα και με βάση τις εκτιμήσεις για την απόδοση του τραπεζικού κλάδου της Τουρκίας.

Το σημαντικό λοιπόν είναι όταν κάποιος κρίνει μια εξαγορά ή μια πώληση να την κρίνει στο περιβάλλον που γίνεται και στη χρονική στιγμή που συμβαίνει. Εν προκειμένω, η εξαγορά της Finansbank από την ΕΤΕ είχε γίνει το 2006 την εποχή των χρυσών αγελάδων και της άκρατης ανάπτυξης όλων των δεικτών (χρηματιστηριακών, GDP, κ.λπ.). Σήμερα, που επιχειρείται η αποεπένδυση τα δεδομένα είναι τελείως διαφορετικά, σε οικονομικό, χρηματοπιστωτικό, ακόμα και γεωπολιτικό επίπεδο.

Κατ’ αρχήν, η ίδια η τουρκική αγορά έχει αλλάξει: η πρόσφατη εμπλοκή των διμερών σχέσεων με τη Ρωσία και τα συνεχή καθημερινά επεισόδια μεταξύ των 2 χωρών θέτουν εν αμφιβόλω την εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού κλάδου, αλλά και του συνόλου της αγοράς της γειτονικής χώρας, που μη ξεχνάμε ότι ταλανίζεται και από σκάνδαλα στο εσωτερικό της. Τα παραπάνω συνθέτουν ένα σκηνικό έντονης μεταβλητότητας και αβεβαιότητας. Η γεωπολιτική αστάθεια της Τουρκίας επομένως είναι “ένα το κρατούμενο”.

Σε δεύτερο πλάνο, οφείλει κάποιος να δει και πώς εξελίσσεται ο τραπεζικός χάρτης των επενδύσεων των ελληνικών τραπεζών το τελευταίο διάστημα. Μην ξεχνάμε ότι περάσαμε ένα δύσκολο καλοκαίρι, με ένα διαρκώς επαπειλούμενο GREXIT και με τα καταστροφικά για το τραπεζικό μας σύστημα capital controls, όπου παραλίγο να μην είχαμε πλέον να μιλάμε για αυτό… Από την άλλη, όλα τα τραπεζικά μας ιδρύματα, αναζητούν τρόπους για την αποπληρωμή των CoCos που θα εκδοθούν υπέρ του ΤΧΣ. Έτσι, εκτός της ΕΤΕ που απεμπλέκεται από την απρόβλεπτη αγορά της Τουρκίας, στο ταμπλό των κινήσεων διακρίνει κανείς και τις εξής ενέργειες: την πώληση της Eurolife Ασφαλιστικής από τη Eurobank, του ξενοδοχείου Hilton από την Alpha Bank και την έξοδο της Τράπεζας Πειραιώς από τις αγορές Ρουμανίας και Κύπρου.

Συνιστούν όλα αυτά άτακτη υποχώρηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος; Όχι θα έλεγε κάποιος. Προσαρμογή στις επιταγές των καιρών. Και ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι το προσδοκώμενο τίμημα της Finansbank, θα φέρει 3 δισ. ευρώ στα ταμεία της Εθνικής, κεφάλαια που θα μπορεί να τα διαθέσει με μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας απ’ ότι τα κεφάλαια του ΤΧΣ -και άρα να δώσει κεφαλαιακές ανάσες στις επιχειρήσεις που ζητούν δανεισμό για επενδύσεις και επομένως να ξαναρίξει νερό στον μύλο της ανάπτυξης της εγχώριας αγοράς.

Πριν λοιπόν κρίνει κανείς “αν δίνουμε φλουρί Κωνσταντινάτο (ή αντίστοιχα βαρέλι δίχως πάτο)” στην υπόθεση της πώλησης της Finansbank, ας δει με ορθολογισμό τα σημάδια της αγοράς.