Τις ημέρες της κατάρρευσης του μετώπου στη Μικρά Ασία η κυβέρνηση των Αθηνών κατέρρεε και μάλιστα, υπήρξαν αποφάσεις που μαρτυρούν ότι σπουδή της ήταν η προστασία του βασιλιά και του θρόνου και όχι τόσο η σωτηρία του…
πληθυσμού των προσφύγων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο νόμος περί διαβατηρίων που απαγόρευε την αθρόα μεταφορά προσφύγων στην Ελλάδα εφόσον δεν είχαν διαβατήριο, ενώ κάλπαζε ο στρατός του Κεμάλ και στις 21 Αυγούστου 1922, η διαταγή περί γενικής αποστρατεύσεως του υπουργού Στρατιωτικών Νικόλαου Θεοτόκη. Μόλις οκτώ ημέρες νωρίτερα είχε εκδηλωθεί η γενική επίθεση  των Τούρκων και ο ελληνικός στρατός λάμβανε διαταγή αποστρατεύσεως υπό τον φόβο να φθάσουν συντεταγμένα τα στρατιωτικά τμήματα από τη Μικρασία και να ανατρέψουν την κατάσταση στην Αθήνα. Σε αυτό το περιβάλλον, άρχισαν οι ζυμώσεις για συγκρότηση υπηρεσιακής κυβέρνησης. Οι φιλομοναρχικοί στράφηκαν τότε στον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος αν και φιλοβασιλικός, είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στη νέα εκστρατεία που αποφάσισε ο βασιλιάς, γιατί θεωρούσε τη στρατιωτική επιχείρηση καταδικασμένη. Ο φιλοβασιλικός Τύπος τον είχε κατακεραυνώσει, αλλά την ώρα της κρίσης προέβαλλε ως το μοναδικό καταφύγιο της παράταξης. Στις 27 Αυγούστου παραιτήθηκε η κυβέρνηση Γούναρη και Στράτου και προσωρινά έγιναν προσπάθειες συγκρότησης κυβερνητικού σχήματος από τους Ν. Καλογερόπουλο και Ν. Τριανταφυλλάκο. Στις 12 Σεπτεμβρίου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος κάλεσε τον Μεταξά στα ανάκτορα και του πρότεινε να αναλάβει τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Σαράντης Καργάκος, στο βιβλίο του «Η Μικρασιατική Εκστρατεία (19191 – 1922). Από το έπος στην τραγωδία», ο Μεταξάς δέχθηκε υπό την προϋπόθεση να συμμετάσχουν και οι κομμουνιστές, καθώς μόνο έτσι θα μπορούσε να συγκρατηθεί το επαναστατικό κύμα που κόχλαζε στη Λέσβο και τη Χίο υπό τον Πλαστήρα και τον Στυλιανό Γονατά. Οι Μανιάτες ποινικοί γλίτωσαν τους κομμουνιστές από την εκτέλεση στις φυλακές  Την περίοδο εκείνη, πέντε χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και την ανάδειξη μεγάλων προσωπικοτήτων του κομμουνισμού στην Ευρώπη, όπως Λήμπνεχτ, Κόυν και Γκράμσι, υπήρχε ανάλογη ανησυχία μήπως αναδειχθούν ηγετικές φυσιογνωμίες και στην Ελλάδα. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν στις φυλακές Συγγρού από τις 27 Αυγούστου, όταν ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε – ίσως πρώτος – την είδηση της καταστροφής της Σμύρνης και κατακεραύνωνε τους υπαιτίους. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική και στις 10 Σεπτεμβρίου, δύο ημέρες πριν από τη συνάντηση Μεταξά – Κωνσταντίνου, ο στρατιωτικός διοικητής Αθηνών, Κωνσταντινόπουλος, είχε ζητήσει την εξόντωση των κομμουνιστών. Aυτό δε συνέβη, χάρη στην επιμονή του ανθυπολοχαγού Κώστα Βαλλίδη που ζήτησε γραπτή διαταγή και όχι δια τηλεφώνου, αλλά κυρίως στην ανταρσία των κρατούμενων από τη Μάνη που διατηρούσαν άριστη σχέση με τον κομμουνιστή Γ. Γεωργιάδη, ο οποίος ήταν από την Καρδαμύλη. Πέρα όμως από την εντοπιότητα και ενδεχομένως κάποια φιλοδωρήματα, η προστασία που προσέφεραν οι Μανιάτες στους κομμουνιστές είχε κι άλλη αιτία. Ο Γεωργιάδης ήταν ο μόνος από την ελληνική αντιπροσωπία που μετείχε στο Α΄ Συνέδριο της Ά Διεθνούς (Κομμιντέρν) που δεν δέχθηκε τη ρήτρα για την αυτόνομη Μακεδονία. Πολλοί από τους Μανιάτες ποινικούς κρατούμενους ήταν Μακεδονομάχοι ή συγγενείς πεσόντων και έτσι απέτρεψαν την εκτέλεση των οκτώ κομμουνιστών: Γεωργιάδη, Κορδάτου, Σιδέρι, Πετσόπουλου, Ευαγγέλου, Παπανικολάου, Αγγελή και Στράγγα.

Ο διάλογος Μεταξά – κομμουνιστών στις φυλακές Συγγρού Ο Γιάννης Κορδάτος, που θεωρείται από τους κορυφαίους μαρξιστές ιστορικούς, ήταν το πρόσωπο που κλήθηκε να μεσολαβήσει ώστε να έρθουν σε επαφή οι δύο πλευρές. Ο διευθυντής της Αθηναϊκής, Όμηρος Ευελπίδης τον επισκέφθηκε στη φυλακή και του μετέφερε την πρόταση του Μεταξά, που προσέφερε στους Κομμουνιστές και δύο υπουργεία. Ο Κορδάτος αρνήθηκε επικαλούμενος ιδεολογικές αρχές, αλλά δεσμεύθηκε να κοινοποιήσει την πρόταση και στους υπόλοιπους ώστε να συναποφασίσουν. Επέμειναν όλοι στην άρνηση, με εξαίρεση τον συνδικαλιστή Ευάγγελο Ευαγγέλου, ο οποίος πρότεινε να ακούσουν πρώτα τους όρους του Μεταξά. Ο μετέπειτα δικτάτορας δεν δίστασε να επισκεφθεί ο ίδιος τις φυλακές και να προτείνει στους έγκλειστους κομμουνιστές την πρόταση σχηματισμού κυβέρνησης. Στην «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας», ο Γ. Κορδάτος αφηγείται τον διάλογο που είχε με τον Μεταξά: Μεταξάς: «Σκεφθήτε καλά τας ώρας που διέρχεται η Ελλάς και μη λησμονήτε ότι υπάρχουν ιστορικαί στιγμαί που αν δεν αντιληφθή κανείς την σημασία των διαπράττει λάθη ανεπανόρθωτα. Βλέπω ότι είσθε νέος. Σας περιτριγυρίζει η τύχη. Αρπάξτε την και μην την αφήσετε να φύγη». Κορδάτος: «Στρατηγέ μου ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου εκάματε. Αναγνωρίζω ότι οι στιγμαί που διέρχεται η χώρα είναι κρίσιμοι. Αλλά ως άτομον και ως γραμματέας του Σοσιελγαρτικού Κόμματος πιστεύω ότι ο ρόλος μας δεν είναι να σώσωμεν τον θρόνον και το αστικό καθεστώς. Ασφαλώς θα επακολουθήσουν διωγμοί κατά του κόμματός μας. Τα αριστερά κόμματα εις όλον τον κόσμον αντιμετωπίζουν διωγμούς. Εξάλλου δηλώσαμεν εις τον κ. Ευελπίδη ότι δεν δυνάμεθα να λάβωμεν μέρος εις την κυβέρνησίν σας, διότι μας το απαρεύουν αι αρχαί μας. Η απόφασίς μας είναι οριστική». Μεταξάς:  Λυπούμαι πολύ, διότι αποκρούσατε την προαναφερθείσαν συνεργασία. Εύχομαι να μη μετανοήσετε δι΄ αυτό. Σας παρακαλώ να μη κοινολογηθή η συνάντησίς μας αυτή. Έχω τον λόγο της τιμής σας ότι θα κρατηθεί μυστική;» Κορδάτος: «Στρατηγέ μου να είσθε απολύτως ήσυχος» Μεταξάς: «Χαίρεται».

Ο Μεταξάς αποχώρησε απογοητευμένος και κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα συνέβαινε αν η συγκεκριμένη συνεργασία είχε ευδοκιμήσει. Πάντως, το γεγονός είναι ότι την ίδια στιγμή που εξελισσόταν ο παραπάνω διάλογος, ο Νικόλαος Πλαστήρας και τα ελληνικά στρατεύματα επέστρεφαν από τη Μικρά Ασία, αποφασισμένοι να ζητήσουν ευθύνες για την καταστροφή.

Πηγή