Γράφει η Μαρίνα Μόσχα, Ψυχοθεραπεύτρια
Τα τελευταία χρόνια η γυναίκα με την είσοδο της στον εργασιακό χώρο διεκδίκησε την οικονομική ανεξαρτησία της και κατ’ επέκταση και τη καλύτερη-θα έλεγαν κάποιοι, ενώ κάποιοι…
άλλοι θα διαφωνούσαν-συναισθηματική διαχείριση.

Έχει προνόμιο τόσο στην επιλογή του συντρόφου της, όσο και στην επιλογή του τρόπου ζωής της που διαφοροποίησαν σημαντικά τις παραδοσιακές εγγραφές της: το γάμο και την επιλογή της να κάνει παιδιά και πότε. Δεν χρειάζεται τόσο συχνά τη συμβολή του άνδρα αρσενικού, προκειμένου να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα οδηγηθεί στη γονιμότητά της και στη διαχείρισή της ως μάνα.

Τον τελευταίο καιρό στις δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες σημειώνονται φαινόμενα όπου η γυναίκα που ισχυροποιείται, δεν θέλει να παντρευτεί, ζει μόνη της στα μεγάλα αστικά κέντρα, και προβάλλει το επιτυχημένο της ρόλο.

Αυτή η γυναίκα αρχίζει να πιστεύει ότι ο γάμος είναι μια ξεπερασμένη υπόθεση, ότι δεν υπάρχουν άνδρες να την ακούσουν και να τη στηρίξουν στις ανάγκες της και έτσι αποφασίζει είτε να κάνει περιστασιακές σχέσεις σεξουαλικού τύπου είτε να απέχει από μια συντροφική σχέση. Πολλές φορές στην ανάγκη της να τεκνοποιήσει μπορεί να επισκεφτεί έως και κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης για να πραγματοποιήσει το στόχο της.

Η ανύπαντρη μητέρα δείχνει να φοβάται αλλά και ζηλεύει τη δύναμη του άνδρα. Νιώθει πλεονεκτικά και προνομιακά που μπορεί να δίνει το επώνυμό της στο παιδί της. Τα προηγούμενα χρόνια που έπαιρνε το επώνυμο του άντρα και η ίδια αλλά και το παιδί, μεταβιβαζόταν συμβολικά στο παιδί η θέση του πατέρα στην κοινωνία. Η σχέση γινόταν τριαδική αφού ο πατέρας έπαιρνε θέση στην ισχυρή σχέση της μητέρας με το παιδί.

Ενώ σε ένα πρώτο επίπεδο η ανύπαντρη μητέρα θεωρεί ότι ο άνδρας θα παραβιάσει τη σχέση της με το παιδί της σε ένα άλλο η ίδια επιθυμεί διακαώς ο εραστής της να γινόταν πατέρας του παιδιού της, αλλά και η ίδια να υπερκαλύψει τα δικά της κενά συναισθηματικά από την έλλειψη του πατέρα της προσφέροντάς της αγάπη, ασφάλεια και σταθερότητα. Πολλές φορές η μοναξιά οι δυσκολίες του γονεικού ρόλου και ενίοτε ο αποκλεισμός που εισπράττει μία ανύπαντρη μητέρα, κάνουν πιο έντονη την ανάγκη της για μόνιμη συντροφιά καθώς και ο φόβος της κατάθλιψης γίνεται πιο κοντινός αφού μέχρι τώρα ο οποίος μέχρι τώρα καλυπτόταν από τη σχέση της με το παιδί όπου όμως βλέπει ότι μπορεί και να μην τα βγάλει πέρα.

Η στάση αυτής της γυναίκας δεν πρέπει να ταυτιστεί με τις περιπτώσεις όπου η γυναίκα μπήκε σε μονογονεικό ρόλο είτε γιατί ο άνδρας και πατέρας του παιδιού της πέθανε, είτε γιατί χώρισε, είτε ακόμη γιατί ο άνδρας αυτός εμφάνισε προβλήματα ψυχικής φύσης αδυνατώντας να ανταποκριθεί τόσο στο συντροφικό όσο και στο γονεϊκό του ρόλο. Σε αυτή τη περίπτωση η γυναίκα θα προσπαθήσει να αναπληρώσει το κενό της πατρικής απώλειας και φροντίσει για την καλύτερη ψυχική και συναισθηματική ολοκλήρωση και εξέλιξη του παιδιού της.

Σίγουρα αν μείνει στο πένθος και νιώθει αβοήθητη και αδύναμη στο να προχωρήσει και να φροντίσει τον εαυτό της και το παιδί της είναι σχεδόν βέβαιο ότι η κατάθλιψη, η κοινωνική φοβία, η αντικοινωνική συμπεριφορά, ακόμη και μαθησιακά προβλήματα θα αναπτυχθούν στη ψυχολογική πορεία του παιδιού της αλλά και της ίδιας.

Η ισχυρή παρουσία τού πατέρα εφόσον είναι διαθέσιμος και θέλει να συνεργαστεί μπορεί να έχει καταλυτικό ρόλο, αφού με τις ώρες που αφιερώνει στο παιδί, μπορεί να συμβάλλει στην συναισθηματική εξέλιξή του. Μπορεί να είναι απών από την καθημερινότητά του, αλλά αυτό δεν τού στερεί τη δυνατότητα να καλλιεργήσει μια σχέση απόλυτα φυσιολογική με το παιδί, γιατί εκείνο που μετράει πάνω από όλα, δεν είναι ο ίδιος ο χρόνος που του αφιερώνει, αλλά η ποιότητά του.

Είναι λοιπόν σημαντικό η γυναίκα μητέρα να βρει τρόπους διαχείρισης της νέας κατάστασης είτε επιτρέποντας στο παιδί να έρθει κοντά με άλλους άντρες πλησιάζοντας το πατρικό πρότυπο είτε αυτοί είναι συγγενείς είτε ένας μόνιμος σύντροφος.
Πηγή