Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
«Αλλά οι κεφαλές, για όνομα του Θεού, οι κεφαλές. τους συλλογίζεσαι κι έχεις όρεξη για κλάματα. Τώρα έγινε ό,τι έγινε και τίποτε δεν μπορεί ν’ αλλάξει όσο να λευτερωθεί ο τόπος…
Η μόνη παρηγοριά είναι ότι, σαν φτάσουμε στο τέλος της μεγάλης περιπέτειας, όλοι ετούτοι θα έχουν σαρωθεί από εκείνους που ζούνε το σημερινό δράμα της σκλαβιάς. Εκείνους που, καθώς φαντάζομαι, θα είναι σε θέση να μιλήσουν τη λαλιά της Ελλάδας.»

Γιώργος Σεφέρης

(Χάγκεν Φλάϊσερ : Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2009, Τόμος Α΄, σελ. 190)

Όσοι βιάστηκαν να χαρακτηρίσουν το «πρώτη φορά Αριστερά στη κυβέρνηση» της χώρας, αναμφίβολα απογοητεύτηκαν.

Αν η Αριστερά δηλώνει αδυναμία άσκησης αριστερής πολιτικής εν μέσω κρίσης, τότε η δήλωση αυτή, σωστά διαβασμένη, μας λέει ότι η Αριστερά, η συγκεκριμένη εν πάση περιπτώσει εκδοχή της Αριστεράς, είναι σε θέση να υλοποιήσει το κυβερνητικό της πρόγραμμά, μονάχα σε περιόδους ομαλές.

Αλλά διερωτώμαι, ποιο κόμμα θα είχε ιδιαίτερη δυσκολία να ασκήσει μια πολιτική υποφερτή για το λαό, όταν δεν υπάρχει σοβαρή κρίση; Βεβαίως, πάντα υπάρχει το ζήτημα της καλύτερης και κοινωνικά πιο δίκαιης διαχείρισης του συστήματος, όμως, η Αριστερά, ποτέ δεν ομιλούσε στη λογική αυτή : ομιλούσε στη λογική της ανατροπής του ίδιου του συστήματος που αφήνει στο περιθώριο (ακόμα και με όρους σχετικής ευημερίας) τους πολλούς, προκειμένου μια καθεστωτική διαπλεκόμενη οικονομικοπολιτική ελίτ να καρπούται τη μερίδα του λέοντος του εθνικού κοινωνικοοικονομικού προϊόντος.

Ειδικά στη περίοδο των Μνημονίων, όπου τούτη η περιθωριοποίηση των πολλών είναι ως προς το μέγεθος μεγαλύτερη παρά ποτέ και ως προς το περιεχόμενο ουσιαστικότερη παρά ποτέ, ακριβώς πάνω σ’ αυτή την προοπτική της ανατροπής στηρίχτηκαν οι ελπίδες του κόσμου, όταν απογοητευμένος από τις παραδοσιακές κεντροδεξιές κυβερνήσεις του, και βέβαιος ότι πια το σπίτι του και η αποταμίευσή του, λεηλατήθηκαν όχι από την Αριστερά μα από τη Δεξιά, το θεματοφύλακα της ατομικής ιδιοκτησίας, είπε κάποια στιγμή : «ας δοκιμάσουμε και τους Αριστερούς, να δούμε τι θα δούμε, μιας ούτως ή άλλως, μάλλον δεν έχουν να μας πάρουν πολλά ακόμα, διότι τους πρόλαβαν οι προηγούμενοι, κι ό,τι μπορούμε να περιμένουμε είναι μπας και αρχίσουμε να παίρνουμε και κάτι τις πίσω», ελπίζοντας ότι έφτασαν αν όχι στον πάτο του βαρελιού, τουλάχιστον κάπου εκεί κοντά. Τα γεγονότα, όμως, τους διέψευσαν ως προς το πόσο κοντά βρίσκονται οι πολλοί, δηλαδή τα συνήθη υποζύγια, στο πάτο του βαρελιού. Όπως έχω γράψει σε προηγούμενα άρθρα μου, τούτη η Αθλιότητα δεν αναγνωρίζει άλλον παρά ένα πάτο : τον πάτο της πλήρους εξαθλίωσης. Εκεί όπου θα έχεις μηδέν προσωπική περιουσία (θα σου την έχει λεηλατήσει πλήρως) και ένα εισόδημα, όποιος θα είναι τυχερός να έχει κάποια εργασία, που απλώς θα κινείται στα όρια της απόλυτης φτώχειας.

Όμως, για να επανέλθω, στο επίπεδο της διακυβέρνησης μιας χώρας, το τι είσαι πραγματικά, δεν είναι θέμα ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά θέμα ιδεολογικού περιεχομένου της πολιτικής που ασκείς. Άλλωστε, δόξα τω Θεώ, μιλώντας γενικότερα και με βάση την διεθνή εμπειρία, δεν υπάρχει σήμερα ιδεολογία, από τη Δεξιά ως την Αριστερά, που στο επίπεδο της πρακτικής της εφαρμογής, να μην έχει κατακρεουργηθεί ιδεολογικά, εξ ου και η βαθιά κρίση δυσπιστίας των λαών απέναντι στις ιδεολογίες και τα πολιτικά κόμματα που τις επικαλούνται και δηλώνουν ότι τις υπηρετούν.

Κι εδώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα τουλάχιστον μέχρις στιγμής, αν και προσωπικά πιστεύω, πως με τον καιρό, ο ΣΥΡΙΖΑ, αν θα έχει μια πιθανότητα μετάλλαξής του, ως κυβερνώσα δύναμη, αυτή θα είναι μεγαλύτερη να οδηγηθεί δεξιότερα παρά να επανέλθει στις προ 25ης Ιανουαρίου του 2015 θέσεις του.

Κατά την άποψη μου, το να δοκιμάσουμε τι σόι πράγμα είναι τελικά αυτή η «αριστερή πολιτική», θα πρέπει να περιμένουμε κι άλλο, διότι ο καιρός γαρ μακράν ως προς αυτό το θέμα.

Είναι αληθές ότι είναι η πρώτη φορά που η Αριστερά αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας από της εμφανίσεως του Αριστερού κινήματος στο τόπο μας. Και είναι ομοίως η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση φορέας κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων τόσο ριζοσπαστικών προσφέρει στο λαό το πικρό ποτήρι της απογοήτευσης όχι σταδιακά μα μονορούφι και σχεδόν από τη πρώτη μέρα. Το «τελικά η Αριστερά είναι κι αυτή ένα μεγάλο παραμύθι» είναι το «δια ταύτα» της καφενειακής κριτικής εκεί όπου συζητούνται και κριτικάρονται οι περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές πολιτικές εξελίξεις και το πολιτικό γίγνεσθαι γενικότερα, μια κριτική στην οποία οι λεπτές ή οι λιγότερο λεπτές διαφορές μεταξύ μιας Αριστερής κυβέρνησης και την Αριστεράς ως ιδεολογίας συγχωνεύονται όταν δεν συγχέονται, ως διαφορές που λίγο ενδιαφέρουν κάποιον που εναγωνίως αναζητά ένα χέρι βοήθειας για να τον σώσουν από άλλα χέρια που εν ονόματα της σωτηρίας του, αντί να τον τραβήξουν έξω από το νερό τον βουτάνε ακόμα πιο βαθιά αν και ήδη είναι μισοπνιγμένος, λες και θέλουν να ολοκληρώσουν το πνιγμό του.

Πέντε τώρα χρόνια οι μνημονιακές πολιτικές και εκείνοι που τις επιβάλλουν (δηλαδή το Βερολίνο) επιμένουν στο Δόγμα της Αθλιότητας πως η σωτηρία των αριθμών απαιτεί την δολοφονία της Δημοκρατίας και την πλήρη εξαθλίωση του ορκισμένου εχθρού της Αθλιότητας που είναι η κακομαθημένη μικρομεσαία τάξη που έφτασε κάποια στιγμή να έχει βγάλει τη μύτη της έξω από τον βούρκο.

Θυμάμαι την ομιλία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο ευρωκοινοβούλιο το περασμένο καλοκαίρι. Είχε πει, κάποια στιγμή, πως αν η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει λόγο και εξουσία τότε θα μπορούσαν τη διακυβέρνηση της χώρας να την αναλάβουν οι τεχνοκράτες της Τρόϊκα. Αυτό είναι κάτι που κι εγώ ως διατύπωση το έθετα σε άρθρα μου πριν τη πρωθυπουργική δήλωση. Αλλά, όμως, δεν την έθετα ως μια ρητορική διατύπωση, αλλά ως μια πραγματική εκδοχή, η Τρόϊκα δηλαδή, να μην βρίσκει νομιμοποιημένη πολιτική δύναμη του συνταγματικού τόξου ως συνομιλητή της στην Ελλάδα, όσο έθετε αξιώσεις σαν αυτές που έθετε και θέτει. Σ’ αυτό το θέμα, πράγματι επανερχόμουν συχνά στην αρθρογραφία μου.

Δυστυχώς ο Έλληνας πρωθυπουργός, όπως και οι προηγούμενοι, δεν αντιλήφθηκε ότι η Τρόικα (ή Κουατρέτο σήμερα), αντλεί τη δύναμή της ακριβώς από το γεγονός ότι βρίσκει κυβερνήσεις πρόθυμες τελικά να παίξουν το ρόλο του  ενεργούμενού της και η μόνη ουσιαστική  εξουσία μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι η ελευθερία να βρει τα κατάλληλα επιχειρήματα να κοροϊδέψει τον εαυτό της διότι ο λαός δύσκολα πλέον κοροϊδεύεται μετά και την τελευταία αριστερή τούτη τη φορά ψυχρολουσία.

Ο Αλέξης Τσίπρας, το καλοκαίρι που πέρασε, νομίζω ότι κέρδισε μια αβέβαιας χρονικής διάρκειας κυβερνητική θητεία, πιστεύω όμως ότι έχασε την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει μια παρουσία, πολιτική και κυβερνητική, ακόμα και μετρούμενη σε δεκαετίες, αν επέλεγε να αρνηθεί να καταστεί συνομιλητής ανθρώπων, που πέραν από σκληρές απαιτήσεις τις οποίες προβάλλουν, απαιτούν την ουσιαστική κατάργηση της νομιμότητας στη χώρα, αφού οι αξιώσεις τους έρχονται σε ευθεία αντίθεση με θεμελιώδεις συνταγματικές πρόνοιες, κι αυτό είναι κάτι παραπάνω και περισσότερο από το να ομιλούμε με ρήξη με τους δανειστές, διότι εδώ, αρνείσαι να έρθεις σε ρήξη με τον ίδιο τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας σου και με διεθνώς κατοχυρωμένες αρχές λειτουργίας της Δημοκρατίας. Κι ενώ η ρήξη με τους δανειστές δεν έγινε, έγινε εν τούτοις, με το τρίτο Μνημόνιο, η ρήξη με το Κράτος Δικαίου και με το Σύνταγμα της χώρας.

Δεν γνωρίζω αν τρόμαξε ο Έλληνας πρωθυπουργός από τις συνέπειες της ρήξης ή από την αφοβιά του λαού που ακριβώς εκείνη τη περίοδο εκφράστηκε μέσω του δημοψηφίσματος με το ΟΧΙ.

Ό,τι όμως και να συνέβη από τα δυό, γεγονός είναι ότι υπήρξε μια εξέλιξη που δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ενός της λογικής του «ηθικού πλεονεκτήματος» που η Αριστερά διαφημίζει και επιφυλάσσει για τον εαυτό της. Αυτή η εξέλιξη είναι, πως η κυβέρνηση όφειλε μην αιφνιδιάσει και εγκλωβίσει το λαό, φέρνοντάς τον προ τετελεσμένων γεγονότων, και ιδίως, κάνοντας κάτι, δηλαδή να ψηφίσει ένα νέο Μνημόνιο, όταν εξελέγη με ακριβώς αντίθετο πρόγραμμα και επομένως έχοντας μια εντελώς διαφορετική εντολή. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω, έπραξε ό,τι ακριβώς και οι προηγούμενές της μνημονιακές κυβερνήσεις, οι οποίες άλλα υπόσχονταν προεκλογικά και άλλα έπρατταν μετεκλογικά. Κι εδώ, δεν βρίσκω κανένα Αριστερό «ηθικό πλεονέκτημα».

Συνεπώς, μπορούμε να μιλάμε για το ιδεολογικό ναυάγιο καταρχήν της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, κι ακολούθως της Αριστεράς στο σύνολό της, διότι οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης, δεν μπορούν να περιορισθούν μονάχα στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα επεκταθούν σε όλο το πολιτικό αριστερό φάσμα του τόπου.

Θεωρώ ότι στη συνείδηση του λαού, η ηγεσία της Αριστεράς στο σύνολό της πλέον, αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων. Ιδίως της νυν κυβερνώσας Αριστεράς. Στο φροντιστήριο της κυβερνησιμότητας θυσιάστηκαν οι δημοκρατικές και κοινωνικές αρχές και αξίες τις οποίες υποτίθεται ότι οι Αριστερά κατείχε δυνάμει τίτλων ιδιοκτησίας που αποκτήθηκαν μέσα από αγώνες εναντίον της Αθλιότητας όπως και όπου αυτή εκδηλώθηκε ιστορικά σε τούτο τον τόπο.

Ο κ. Τσίπρας έχει χαρακτηρίσει τη χώρα ως αποικία χρέους πολλές φορές. Εγώ για λόγους που έχω εξηγήσει σε άλλα άρθρα μου την έχω χαρακτηρίσει αποικία με τα όλα της. Και στις δύο όμως περιπτώσεις ο όρος αποικία δηλοί μια ανώμαλη δημοκρατική κατάσταση, εν προκειμένω δε, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ πέντε τώρα χρόνια βοούσε για το γεγονός ότι το Σύνταγμα της χώρας έχει γίνει κουρελόχαρτο. Αν η Αριστερά διέθετε, όπως υποστηρίζει η νυν κυβερνώσα έκδοσή της, ένα ηθικό πλεονέκτημα έναντι του παραδοσιακού μη Αριστερού πολιτικού κατεστημένου αυτό βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν ήταν διατεθειμένη να νομιμοποιήσει ένα αποικιακό καθεστώς και με ένα ουσιαστικά καταργημένο Σύνταγμα. Δηλαδή ό,τι ακριβώς ΔΕΝ συνέβη.

Η Αριστερά πάντα είχε κάποιες αρχές που πάσχιζε να πείσει ότι δεν επρόκειτο για πολιτικές ρητορικές πομφόλυγες όπως π.χ. το αδιαπραγμάτευτο της εθνικής κυριαρχίας, η άρνηση να κυβερνά κανείς με δυνάμεις που έχουν καταλύσει την εθνική κυριαρχία ή που αξιώνουν την κατάργηση θεμελιωδών δημοκρατικών και κοινωνικών αρχών και δικαιωμάτων και με δίκαιη αγανάκτηση καταφέρονταν και αρνούνταν να δικαιολογήσει κυβερνήσεις που ανέχονταν και κυρίως λειτουργούσαν κάτω από τέτοιες καταστάσεις αντί να αρνηθούν κάθε συνομιλία με δυνάμεις που καταργούσαν τη συνταγματική νομιμότητα Η Αριστερά πάσχιζε να μας πείσει ότι πάνω σ’ αυτά τα θέματα δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της.

Ιδού σήμερα, μια κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί να είναι Αριστερή να βρίσκεται στην ανάγκη να δικαιολογεί πόθεν αυτό το πλήθος των μυγών πάνω στο σπαθί της.

Η αγωνιστικότητα και η αποτελεσματικότητα, σε κάθε περίπτωση, κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Δεν εννοώ το αποτέλεσμα του αγώνα, αλλά, και ανεξάρτητα μάλιστα απ’ αυτό, την ίδια την εκδήλωση του αγώνα και κυρίως την αποτελεσματικότητα της οργάνωσής του, ώστε ο αγώνας να μην γίνεται αυτοκτονικός (η όποια θυσία στον αγώνα πρέπει να έχει τουλάχιστον θετική ηθική επίπτωση) ή και απλά επιδεικτικός, όπως συνήθως συμβαίνει στη πολιτική.

Το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, επί του οποίου μάλλον υπερβολικά όσο και αυθαίρετα πρόβαλε και ένα είδος αποκλειστικής ιδιοκτησίας, βρίσκονταν επίσης στη θρυλούμενη αποφασιστικότητα και αγωνιστικότητά της να παλεύει για τα δίκαια των πολλών που τυχαίνει να είναι και οι πιο αδύναμοι   μη αναγνωρίζοντας κανένα ηθικό πολιτικό και ιδεολογικό επιχείρημα να αποστεί από την γρανιτένια αυτή θέση, πόσο μάλλον να πολιτευθεί εναντίον αυτών των θέσεων και μάλιστα με το δεδομένο της αποδοχής του γεγονότος ότι τα μνημόνια είναι συνταγές που σκοτώνουν τον ασθενή, και η αποδοχή αυτού του γεγονότος, με την ταυτόχρονη αποδοχή του εκτελεστή της θανατηφόρας αυτής συνταγής, μπορεί πια να δικαιολογηθεί στον απλό πολίτη μονάχα σαν δέσιμο με την καρέκλα της εξουσίας η κατάληψη της οποίας συνιστά υπό τις συνθήκες αυτές αυτοσκοπό.

Αντλώντας το θάρρος (ή θράσος;) από το αντίστοιχο θάρρος (ή θράσος;) ενός πολιτικού συστήματος (κυρίως αυτό της εξουσίας) το οποίο δεκαετίες τώρα έχει απωλέσει την ικανότητα την γνώση και κυρίως την κοινωνική νομιμοποίηση να ασκεί το λειτούργημα του δασκάλου και του ηγέτη, ιδού λοιπόν εγώ που ανακτώ το ίδιο αυτό δικαίωμα άσκησης αυτού του λειτουργήματος, και στο ερώτημα που απευθύνει η Δημοκρατία στον Κυρίαρχο «τις βούλεται αγορεύειν;” λαμβάνω τον λόγο και απευθυνόμενος στην σημερινή κυβέρνησή μου, και της επαναλαμβάνω ό,τι παγίως εδώ και πέντε χρόνια υποστηρίζω.

Ότι δηλαδή, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για καμία κυβέρνηση που θέλει να υποστηρίζει ότι σέβεται το Σύνταγμα της χώρας και άρα ό,τι εκεί καθορίζονται ως τα «θεμέλια της Δημοκρατίας», να αποδέχεται αξιώσεις ξένων δυνάμεων με οποιαδήποτε ιδιότητα (πολιτική, οικονομική, ιδιωτική ή κρατική) οι οποίες θεμελιώνονται στη κατάργηση όχι μόνο του ελληνικού Συντάγματος μα και σε διεθνείς Συμβάσεις, Συνθήκες και αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων και Οργανισμών.

Ότι αυτή καθαυτή η συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας σε τέτοιου είδους συζητήσεις νομιμοποιεί τους ολετήρες των Συνταγματικών Θεμελιωδών Δημοκρατικών Αρχών όχι μόνο της χώρας μας μα κάθε χώρας με δημοκρατικό πολίτευμα.

Ότι καμία οντότητα με οποιαδήποτε ιδιότητα και μορφή δεν θα είχε πιθανότητα να προβάλλει και εν τέλει επιβάλλει αξιώσεις που θέτουν ως προϋπόθεση συμφωνίας την κατάλυση της Δημοκρατίας.

Ότι τα Μνημόνια δεν αξιώνουν σκληρά μέτρα αλλά άδικα και παράνομα μέτρα σε βάρος πάντα των ίδιων υποζυγίων.

Ότι τα Μνημόνια, πέραν του ότι επιβάλλουν μέτρα σκληρά και άδικα, επιπλέον δε τούτων, στοχεύουν, όχι εκ λάθους, μα στοχευμένα στην πλήρη απαξίωση του μικρομεσαίου οικονομικού παραγωγικού ιστού της χώρας, εξ ου και η άρνηση των δανειστών να αλλάξουν την φιλοσοφία και το περιεχόμενο των μνημονιακών πολιτικών που επιβάλλουν παρά το γεγονός ότι και οι ίδιοι έχουν αναγνωρίσει το λάθος των πολιτικών αυτών, συνιστά δε τούτο από μόνο του, ένα έγκλημα κατά του λαού, που έρχεται να προστεθεί στα λοιπά εγκλήματα που παρήγαγαν οι μνημονιακές πολιτικές.

Ότι τα μνημονιακά εγκλήματα, δεν αφορούν μονάχα παραβιάσεις της νομιμότητας που εξικνούνται έως της ουσιαστικής κατάργησης του Συνταγματικού Χάρτη της χώρας, μα, οι μνημονιακές πολιτικές, λειτούργησαν και ως όργανα πιεστικά πάνω στις ίδιες τις ανοχές και αντοχές, οικονομικές, ηθικές και ψυχολογικές των απλών ανθρώπων που τις υφίστανται, με αποτέλεσμα χιλιάδες αθώοι πολίτες να οδηγηθούν στην αυτοκτονία, και πολλοί περισσότεροι να αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Ότι οι μνημονιακές πολιτικές βαρύνονται με την κατηγορία του εγκλήματος και για τον πρόσθετο λόγο, ότι ασφαλώς με την αξίωση των δανειστών και την ευπείθεια των πολιτικών τους υποστηρικτών στη χώρα, επιβάλλουν μέτρα πολιτικά, δημοκρατικά και κοινωνικά αήθη και παράνομα, εν ονόματι ενός χρέους, η νομιμότητα του οποίου, σε επίπεδο κυβέρνησης επίσημα δεν έχει εξετασθεί, με εξαίρεση το γνωστό πόρισμα της Βουλής, επαφιόμενο το ζήτημα στη καλή θέληση των δανειστών, ως εάν η νομιμότητα να είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας σε ό,τι αφορά την αναζήτηση και την εφαρμογή της. Αλλ΄ ως φαίνεται, τέτοιο ζήτημα διακριτικής ευχέρειας καταλήγει να είναι, και επομένως, όσον διατηρείται αναπάντητο το ερώτημα της νομιμότητας του χρέους, η κατηγορία του εγκλήματος επίσης διατηρείται κι αυτή με ευθύνη όσων αρνούνται τη διερεύνησή της, τούτη δε η άρνηση, απλά ενισχύει την κατηγορία.

Ότι κανείς από τους συνομιλητές και εκ του λόγου αυτού νομιμοποιητές των βιαστών της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν απαντά στο εύλογο ερώτημα αν αυτοί, (οι βιαστές), δεν έβρισκαν στη χώρα καμία πολιτική κοινοβουλευτική παράταξη πρόθυμη να συνομιλήσει και πολύ περισσότερο συμπράξει σε πολιτικές που θέτουν ως προαπαιτούμενο την ουσιαστική κατάργηση του Συντάγματος και μάλιστα με διαδικασίες εξευτελιστικές της ίδιας της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, τότε, τι θα έπρατταν, ή καλύτερα, τι θα μπορούσαν να πράξουν, λαμβάνοντας υπόψη και τον παράνομο χαρακτήρα των αξιώσεών τους.

Ότι η μνημονιακή Αθλιότητα, ήδη υπερεπαχύνθη καταλεηλατώντας, καταληστεύοντας και δολοφονώντας, πέντε τώρα χρόνια, τις δημοκρατικές αξίες αυτού του λαού, τις κοινωνικές του αξίες, τις ηθικές του αξίες, τον κόπο και τον ιδρώτα του.

Ότι η χαμένη Αιδώς της πολιτικής εξουσίας, αποτελεί την πλέον ευκρινή ένδειξη, ότι η χώρα πλέει ακυβέρνητη, ή, καλύτερα, πλέει έχοντας καταληφθεί από ξένες Δυνάμεις που σήκωσαν τη σημαία της πειρατείας αλητεύοντας στη Θάλασσα της Δημοκρατίας, τα νερά της οποίας έγιναν πια πολύ επικίνδυνα για ασφαλείς πλόες, κι έχοντας μεταβάλλει τους νόμιμους ιδιοκτήτες του σκάφους σε λαθροβίωτους επιβάτες.

Ούτως εχόντων λοιπόν των πραγμάτων, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε, κλείνοντας το παρόν άρθρο : ο ελληνικός λαός, δυστυχώς, δεν είναι καθόλου βέβαιο, μάλλον το αντίθετο ισχύει, πως έφτασε στον πάτο του βαρελιού. Όσο υπάρχει στη χώρα η ξένη Κατοχική Δύναμη, όσο οι Αθλιότητές της και το μέγεθος των εγκλημάτων της αποτελούν την αποδεκτή πραγματικότητα, τόσο βέβαιο θα είναι ότι η πορεία προς την Κόλαση είναι η μόνη οδός «σωτηρίας» του λαού αυτού, και θα είναι, όσο ο Θάνατος θα αποτελεί την επιλογή για την «βέβαια» «απόδραση» από τα δεινά του μάταιου τούτου κόσμου. Όμως, ο ελληνικός λαός, ιστορικά, υπήρξε ένας λαός που αγωνίστηκε ενάντια στη προοπτική του Θανάτου του, κάποιες φορές βρέθηκε πολύ κοντά του ως έθνος, αλλά, τελικά επιβίωσε χάρη σ’ ένα και μόνο λόγο : χάρη στην αγάπη του για τη Ζωή και την Αξιοπρέπεια. Αν υπάρχει κάποιος εγγύς καιρός, αυτός είναι ο καιρός που ο λαός ο ίδιος θα αρνηθεί να λαθροβιώνει στον ίδιο του τον τόπο. Νομίζω, (ελπίζω), ότι κάπου κοντά σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε.