Γράφει ο Νίκος Νυφούδης
Ήμουν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου της Πυλαίας, όταν έγινε και πάλι μεγάλος ντόρος για το ασφαλιστικό. Τότε βλέπεις κανείς δεν έβλεπε το παραγωγικό πρόσβλημα της χώρας, γιατί η…
κοιλιά ήταν χορτάτη, τα δάνεια πράσσινα, οι πιστωτικές άδειες και κανείς δεν φανταζόταν αυτό που θα επακολουθούσε.

Το 2000 -θυμάμαι να συζητιέται- δεν θα έχουμε συντάξεις. Δεν πρόκειται να πάρουμε ποτέ σύνταξη, μουρμούριζαν οι “μεγάλοι” στις παρέες τους. Ο περίφημος νόμος Γιαννίτση. Που μπήκε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας γιατί για ακόμα μία φορά οι πολιτικοί της εκείνης της εποχής φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Θελήσανε όλοι τους, πλην ελαχίστων εξερέσεων, να είναι αρεστοί στο ποίμνιό τους καταδικάζοντας τις μελλοντικές γεννιές στο τέλμα.

Που τέλμα; Το Σήμερα, καλά υποθέσατε. Είμαστε το τέλμα, που ακούγαμε τόσα χρόνια ότι θα έρθει αλλά δεν το περιμέναμε να κάτσει στα χέρια μας. Στο σήμερα, που εντέλει το ασφαλιστικό είναι σε αδιέξοδο επειδή πολύ απλά δεν υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι να επιδοτήσουν τους συνταξιούχους. Τί; Τί εννοείται που πήγαν οι εισφορές που δίνανε οι συνταξιούχοι όταν ήταν εργαζόμενοι; Τί; Στους προηγούμενους συνταξιούχους; και τα δικά τους; Ααααα έτσι πείτε μου εκείνα πήγανε στο πελατειακό κράτος.. Σωστά, στους διορισμούς, τα ρουσφέτια που κάποιοι πρόσφεραν και κάποιοι άλλοι ζήτησαν. Με αποτέλεσμα ποτέ να μην καλύφθηκε η τρύπα.

Αλλά πάλι το πρόβλημα της χώρας δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα της χώρας, είναι ξεκάθαρα παραγωγικό. Η παραγωγή μας λείπει που θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας και υπεραξία στον τόπο και στο ελληνικό προϊόν μας. Είτε πρόκειται για αγορτική παραγωγή, είτε για μεταποίηση είτε ακόμα και τελική εξυπηρέτηση μέσο του τουριστικού προϊόντος μας.

Ο καπιταλισμός άλλωστε, στον οποίο επιλέξαμε να ζούμε, προσδιορίζεται ξεκάθαρα από το τρόπο παραγωγής και την διανομή του πλούτου. Που αν μη τί άλλο είχαμε συγκριτικό πλεονέκτημα τη δεκαετία του ’80, να φτιάξουμε όπως ακριβώς θέλαμε γιατί πράγματι τότε η Ελλάδα φτιάχνονταν από το μηδέν. Και φτιάχτηκε έτσι όπως την βλέπουμε σήμερα.

Φαντάζομαι λοιπόν, για παράδειγμα μια περιοχή όπως η Β’ Θεσσαλονίκης που γνωρίζω καλά, με πιο έντονη την καλλιέργεια των χωραφιών με συγκεκριμένες αποδοτικές παραγωγές, τη θέλω και πάλι έντονα κτηνοτροφική περιοχή με στήριξη του κτηνοτρόφου, με τα τυριά Σοχού σε σωστή συσκευασία και με επιμόρφωση για το πως μπορεί το εκπληκτικό προϊόν τους να πάρει υπεραξία, με τους μικρούς συνεταιρισμούς των χωριών να αρχίσουν να βράζουν την κατσαρόλα και να φτιάχνουν τις καταπληκτικές μαρμελάδες που δημιουργικά γραφεία όπως οι Colibri, οι Admine, οι Beetroot και τόσοι άλλοι θα παράξουν μοναδικές συσκευασίες ώστε να ανοίξει “χώρος¨στα ράφια του εξωτερικού.

Φαντάζομαι τη Β’ Θεσσαλονίκης τουλάχιστον με ένα βραβευμένο εστατόριο στον Χορτιάτη για κυνήγι ή στην Βόλβη για πέστροφα με ταυτόχρονη αναγνώριση του Terroir της Θεσσαλονίκης, που φιλοξενεί πέρα από τον μεγάλο Βαγγέλη Γεροβασιλείου, εξαιρετικά μικρότερα οινοποιεία όπως το Κτήμα Αδάμ και το Κτήμα Αρβανιτίδη και σαφώς περιμένω να δω έστω και μία προωθητική περιήγηση του Υπουργείου Τουρισμού ή Εξαγωγών για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου μου. Που τόπο, βάλτε τον δικό σας είτε είναι ορεινή Χαλκιδική, είτε Κατερίνη, Καβάλα και Δράμα που παράγει μερικά από τα καλύτερα κρασιά του κόσμου.

Και ξέρετε κάτι; Δεν θέλω πια να φαντάζομαι. Θέλω επιτέλους να τα δω να συμβαίνουν. Μόνο εμείς μπορούμε να το κάνουμε πράξη, ας μη το βάλουμε κάτω, ας μην χαρίσουμε ούτε ένα πόντο από τον τόπο μας. Ας δουλέψουμε κι ας απαιτήσουμε τη δουλειά μας σαν να είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Γιατί πράγματι είναι.

* Ο Νίκος Νυφούδης είναι συνδημιουργός των ελληνικών πολυχώρων γαστρονομίας «The Life Goddess» στο Λονδίνο. Οικονομολόγος, Πολιτικός Επιστήμονας και πρώτος επιλαχών βουλευτής με το Ποτάμι στην Β΄ Θεσσαλονίκης.