Το δικαστήριο αναγνώρισε ότι η γυναίκα…
είχε υποστεί άγρια κακοποίηση από τον σύζυγό της

Η 46χρονη, η οποία τον περασμένο Ιανουάριο, σκότωσε στα Ιωάννινα τον 52χρονο σύζυγό της, μέσα στο σπίτι τους, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα ετών από το Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο της Άρτας.

«Κατάλαβα ότι θα έπαιρνε τα μαχαίρια που ήταν πάνω στον πάγκο της κουζίνας και κινήθηκα και εγώ προς την ίδια κατεύθυνση. Τα πιάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα, αλλά εκείνος τα τραβούσε με περισσότερη δύναμη από εμένα. Είπα μέσα μου, πάει χάθηκα τώρα. Ξαφνικά χωρίς να το καταλάβω, έπεσε κάτω», ανέφερε μεταξύ άλλων στην απολογία του.

Πριν από ένα χρόνο η τοπική κοινωνία των Ιωαννίνων πάγωσε στο άκουσμα της δολοφονίας ενός 53χρονου από την 46χρονη σύζυγο και μητέρα των τριών τους παιδιών.

Κατά την απολογία της την προηγούμενη εβδομάδα στο Μεικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Άρτας, η 46χρονη γυναίκα, που όπως υποστήριξε, βασανιζόταν επί χρόνια από τον σύζυγό της, συγκίνησε την έδρα που τελικά την καταδίκασε με την μικρότερη δυνατή ποινή, δηλαδή σε κάθειρξη δέκα χρόνων. Το δικαστήριο κατέληξε ότι ο 53χρονος σύζυγός της αυτοτραυματίστηκε με το μαχαίρι.  Δυο από τα μέλη της έδρας πρότειναν την αθώωση της κατηγορουμένης.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, τα τρία παιδιά της υπερασπίστηκαν με σθένος την μητέρα τους, καταθέτοντας ότι κακοποιούνταν από τον πατέρα τους, επί χρόνια.

Αιτία των μεγάλων καυγάδων ανάμεσα στο ζευγάρι ήταν η επιθετική συμπεριφορά του 53χρονου, λόγω του αλκοολισμού.

«Ο άντρας μου ήταν αλκοολικός. Ξεκίνησε να πίνει από παιδί, σε ηλικία 10 ετών όταν είδε τα χέρια της μάνας του βαμμένα με το αίμα του πατέρα του. Από τότε έχασε τις ισορροπίες ως άνθρωπος, η μητέρα του νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική και εκείνος το έριξε στο ποτό. Με αυτόν τον άνθρωπο κάποτε ερωτευτήκαμε και παντρευτήκαμε. Αποκτήσαμε τρία παιδιά και στην αρχή πίστευα ότι θα το αφήσει το ποτό. Δεν έκανε κακό στα παιδιά μας όταν ήταν μεθυσμένος και για αυτό είχαν την ελπίδα ότι θα το κόψει», είπε η Στέλλα Γιώργη κατά την απολογία της.

Η υπερβολική αγάπη που του είχε δεν της επέτρεψε ποτέ να τον εγκαταλείψει, ακόμα και όταν τα παιδιά τους μεγάλωσαν και της ζήτησαν να πάρει διαζύγιο.

«Έζησα άσχημα μαζί του, από τα πρώτα χρόνια εξαιτίας του αλκοολισμού. Αλλά τον αγαπούσα και δεν μπορούσα να τον εγκαταλείψω. Σκεφτόμουν και τα παιδιά μας. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δυο γονείς. Και εκείνος ήταν καλός και στοργικός πατέρας. Έπειτα τον λυπόμουν. Έβλεπα κάθε μέρα να χειροτερεύει από το ποτό και πίστευα ότι θα έχει άσχημη κατάληξη λόγω της επιβαρυμένης υγείας του. Εξαιτίας του ποτού είχε πρόβλημα με το στομάχι του τα τελευταία χρόνια».

Η περιγραφή της φραστικής βίας και της σωματικής που δεχόταν πολλές φορές από τον σύζυγο της, από τα πρώτα χρόνια του γάμου τους, την έκαναν να ξεσπάσει κατά την απολογία της σε δάκρυα και αναφιλητά.

Πως έγινε το μοιραίο

Η 46χρονη περιέγραψε την καθημερινότητα της δίπλα σε έναν άνθρωπο που υπήρξε σχεδόν σε όλη του τη ζωή αλκοολικός ,συγκινώντας το δικαστήριο και τους παρευρισκόμενους σε αυτό. Ανέφερε επίσης, ότι την είχε απειλήσει και στο παρελθόν με μαχαίρι, χωρίς όμως να έχει μοιραία κατάληξη.

 «Κάθε μέρα σηκωνόμουν στις πέντε το πρωί γιατί δούλευα σε μία εταιρεία με κοτόπουλα. Εκείνος επέστρεφε μεθυσμένος στο σπίτι στις δυο τα ξημερώματα, μου φώναζε για να ξυπνήσω, με έβριζε, μου έλεγε λόγια ταπεινωτικά και προσβλητικά, ενώ κάποιες φορές με χτυπούσε.
Εκείνος από το 2011 ήταν άνεργος. Εγώ συντηρούσα το σπίτι μας.
Καθόταν στο σπίτι και έπινε. Δυο φορές από το μεθύσι έβαλε καταλάθος φωτιά στο σπίτι επειδή ήθελε να μαγειρέψει. Χρειάστηκε η παρέμβαση της Πυροσβεστικής για να μην καταστραφεί εντελώς το σπίτι. Το φτιάξαμε εμείς γιατί ήταν δική μας υπαιτιότητα», αναφέρει η ίδια.

Τι συνέβη όμως το μοιραίο βράδυ στις 16 Ιανουαρίου

Το βράδυ της 16ης Ιανουαρίου το ημιυπόγειο διαμέρισμα όπου διέμενε η οικογένεια βάφτηκε με αίμα. «Ήταν ατύχημα, αυτοτραυματίστηκε», είχε δηλώσει την επόμενη ημέρα κατά την ανάκριση της. Εκείνο το βράδυ ο σύζυγος της, ήταν για άλλη μια φορά υπό την επήρεια αλκοόλ.

«Ενώ τσακωνόμασταν με έπιασε από το λαιμό και με τραβούσε προς το μέρος του. Έβαλε το κεφάλι μου στο στήθος του για να με φέρει κοντά του. Στη συνέχεια, πάλευα για να του πιάσω τα χέρια που κρατούσε τα μαχαίρια και τα έφερνε προς το μέρος μου ενώ εγώ τα τραβούσα προς την άλλη κατεύθυνση. Το ένα μαχαίρι έπεσε, εγώ προσπαθούσα να του πάρω το άλλο, όταν ξαφνικά καρφώθηκε στο στήθος του», ανέφερε η ίδια.

Όταν ξεσπούσαν μεγάλοι καβγάδες στο σπίτι τα παιδιά έμπαιναν στη μέση για να τραβήξουν τον πατέρα τους, ενώ τα τελευταία χρόνια ζητούσαν συνεχώς από την μητέρα τους να τον εγκαταλείψει.

Μιλώντας στο protothemagr o δικηγόρος της κ. Δημήτρης Μπούκας, δήλωσε: «Πίστευα ότι μπορούσε να απαλλαγεί και ελπίζουμε σε δεύτερο βαθμό, με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπάρχει, έχοντας εμπιστοσύνη και σεβασμό στη Δικαιοσύνη, να υπάρχει απαλλακτική απόφαση. Η ποινική της αντιμετώπιση και μεταχείριση από το πρωτόδικο δικαστήριο, σύμφωνα με τις κατηγορίες και τα αποδιδόμενα αδικήματα ήταν επιεικής».

Το δικαστήριο δέχτηκε πρώτον ότι μέχρι την πράξη έζησε μια έντιμη ατομική και οικογενειακή ζωή και δεύτερον ότι, ωθήθηκε στην πράξη από την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος.
Πηγή