Τις χρησιμοποιούμε σχεδόν καθημερινά, λίγοι όμως γνωρίζουν πως πίσω από αυτές τις φράσεις υπάρχει κάποιο γεγονός, συνήθως ιστορικό, που έγινε αφορμή να μείνουν για πάντα στην …ομιλία μας !

«…Καρφί δεν του καίγεται…»

Όσο οι Τούρκοι έζωναν στενότερα την Κωνσταντινούπολη, τόσο οι Βυζαντινοί πρόσεχαν και οχύρωναν την Πελοπόννησο,για να την έχουν ως καταφύγιο. Όταν πήγε να καλογερέψει εκεί ο Ιωάννης Κατακουζηνός, περιγράφει τον Μιστρά ως ”Σκυθίας ερημότερον”. Οι επιδρομές των Σαρακηνών, οι πόλεμοι των Ελλήνων με τους Φράγκους της Αχαΐας και η αιώνια φαγωμάρα των τοπικών αρχόντων, είχαν καταστρέψει ολότελα τον τόπο. Κανείς δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του ούτε μέρα ούτε νύχτα, χωρίς να βαστά όπλα. Οι Παλαιολόγοι έβαλαν τάξη, ειρήνεψαν τα μέρη και με το Μυστρά, που έφτασε να ’χει σαράντα χιλιάδες κάτοικους, ζωντάνεψαν τον ελληνισμό εκείνους τους χρόνους. Παρ όλ’ αυτά ολόκληρη η Πελοπόννησος κι ο Μυστράς μαζί, λίγο έλειψε να επαναστατήσουν, όταν τη θέση του γενικού τοποτηρητή πήρε ο Δημήτριος Παντεχνής, άνθρωπος που παρίστανε το θαυματοποιό. Πραγματικά, ο Παντεχνής φαίνεται πως γνώριζε την τέχνη του ταχυδακτυλουργού, γιατί πολλοί σύγχρονοι του αναφέρουν πως έκανε καταπληκτικά πράγματα. Κι ένα απ’ όλα είναι, ότι εξαφάνιζε νομίσματα και χρυσαφικά μόλις τ άγγιζε και κατηγορούσε κατόπιν τους άλλους για κλέφτες. Επειδή έκανε πολλά τέτοια, ο λαός αποφάσισε να τον τιμωρήσει με την ποινή της παραμόρφωσης. Δηλαδή, μ ένα πυρακτωμένο καρφί, έκαναν στο πρόσωπο του τιμωρούμενου διάφορα σημάδια. Το καρφί, όμως, που έφεραν για να παραμορφώσουν τον Παντεχνή, παρόλο που το έβαλαν σε δυνατή φωτιά και το άφησαν εκεί πολλή ώρα, παρέμεινε τελείως κρύο. Το παράξενο αυτό φαινόμενο τόσο πολύ τρόμαξε το πλήθος, ώστε τον παράτησε κι έφυγε λέγοντας «το καρφί δεν του καίγεται», για να μείνει από τότε η παροιμιώδης φράση: «Καρφί δεν του καίγεται», που στην επέκταση της τη λέμε και για τα άτομα εκείνα που αδιαφορούν για τον πλησίον τους.

« Όλα τα’ χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει …»

Στα χρόνια του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, είναι γνωστό πως η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη, που κάθε άλλο παρά με τη σημερινή έμοιαζε. Κοντά σε όλες τις ελλείψεις και η ψυχαγωγία ήταν περιορισμένη και θα ήταν πολύ τυχερός κανείς, εάν κατάφερνε να τον προσκαλέσουν στις λιγοστές κοσμικές συγκεντρώσεις που γινόταν. Το εισιτήριο για τα κοσμικά σαλόνια δεν μπορεί να πει κανείς πως ήταν πολύ δύσκολο. Δεν είχε, βλέπετε ακόμα διαμορφωθεί ο κύκλος της καλής τάξης, γιατί το χρονικό διάστημα από την απελευθέρωση δεν ήταν και μεγάλο. Βέβαια, δεν ήταν και πολύ εύκολο να βρίσκεται κανείς σε μια δεξίωση του Αντιβασιλιά Άρμανσμπεργκ.

Σε μια από αυτές τις συγκεντρώσεις βρισκότανε και ο Κωλέττης, που όταν τον ρώτησαν τι γνώμη έχει για το αραχνοΰφαντο μαύρο βέλο, που φορούσε στο πρόσωπο της η εύθυμη χήρα των σαλονιών και της αποψινής συγκέντρωσης Μαριορή – Ζαφειρίτσα Κοντολέοντος, απάντησε “Έτσι δε θα φαίνεται όταν θα …. κοκκινίζει καμιά φορά αν …. (και συμπλήρωσε) : Μωρέ όλα τα’ χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει”.

«…Να μου τρυπήσεις την μύτη…» ή « …χώνεις την μύτη σου παντού…»

Στη Βυζαντινή εποχή, η ποινή του θανάτου ήταν μάλλον σπάνιο φαινόμενο. Η Σύγκλητος που δίκαζε τον κατηγορούμενο, αν το παράπτωμα του ήταν βαρύ, τον παράδινε στο λαό, να τον κάνει ότι θέλει. Πολλές φορές ο κατηγορούμενος κατόρθωνε να πείσει τους τιμωρούς του, ότι ήταν αθώος και τη γλίτωνε, πληρώνοντας ένα ορισμένο ποσό. Μετά από αυτό όμως, ήταν υποχρεωμένος να εγκαταλείψει, αμέσως την πόλη που έμενε ως τότε και να αυτοεξοριστεί. Αλλά αν η Σύγκλητος δεν τον καταδίκαζε σε θάνατο, έβαζε άλλες χειρότερες τιμωρίες, όπως τη τύφλωση, το κόψιμο των χεριών ή των ποδιών και το κόψιμο της μύτης. Το Βυζάντιο ήταν πλημμυρισμένο από τυφλούς και κοψομύτηδες. Ο στρατηγός Λεόντιος Μαχαιράς, ο πρωτοσπαθάριος Μιχαήλ Λυκανός, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός και πολλοί άλλοι κυκλοφορούσαν με κομμένη μύτη. Έτσι έχουμε τα επίθετα ακόμα και σήμερα …: Κουτσομύτης, Κοτσαύτης, Κοψαχείλης, Κουτσομητσόπουλος. Τα σκληρά αυτά έθιμα εξακολουθούσαν, δυστυχώς και μετά την άλωση. Στη Μάνη παλιότερα, ήταν συνηθισμένη απειλή ” θα σου κόψω μύτη και αφτιά”. Και επειδή οι ρινότμητοι δε παρουσίαζαν όμορφο θέαμα, αλλά και η φωνή τους επίσης, δεν ακουγότανε καλά, για τούτο προσπαθούσαν να επισκευαστούν, αντικαθιστώντας το κομμάτι που του έλειπε με ένα αργυρό έλασμα. Αυτός, λοιπόν, που είχε ένα τέτοιο έλασμα λεγόταν « Αργυρομύτης» , ένα επίθετο πολύ διαδεδομένο τότε και που σήμερα ακούγεται και το « Ασημομύτης». Μάλιστα σε ένα χρονικό του 12ου αιώνα συναντούμε και το επίθετο « Χαλκομύτης». Πολλές φορές, πάλι οι τιμωρούντες, αντί να του κόψουν τη μύτη, την τρυπούσαν πολλές φορές και έτσι έμεινε η σημερινή παροιμιώδες έκφραση “Να μου τρυπήσεις τη μύτη”.

Τις τιμωρίες αυτές τις έβαζαν συνήθως σ΄ εκείνους που ανακατεύονταν σε ανατρεπτικές κινήσεις. Ο λαός του Βυζαντίου έλεγε κοροϊδευτικά για αυτούς ότι η μύτη τους «ωσφραίνετο μόνο το κακό » για αυτό και τους την έκοβαν. Από την απάνθρωπη αυτή τιμωρία, έμεινε ως τα χρόνια μας η παροιμιώδης φράση : « Χώνει τη μύτη του παντού»…

«…Πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη…»

Την εποχή εκείνη των Περσικών Πολέμων, πεντακόσια περίπου προ Χριστού, η Σαλαμίνα ή ακριβέστερα ένα μέρος της, κοντά στα σημερινά Αμπελάκια, λεγότανε Κόλουρις. Ο χρόνος και η τάση της παραφοράς των ονομάτων, στα μεταγενέστερα χρόνια, διαμόρφωσαν το όνομα Κόλουρις σε Κούλουρη.

Όταν, λοιπόν, στην παλιά εκείνη εποχή υπήρχαν σημάδια ότι ετοιμαζότανε βαρβαρική εισβολή στην Αθήνα και στα περίχωρά της, γινότανε κάτι σαν την σημερινή «εκκένωση» από τον άμαχο πληθυσμό. Οι γυναίκες και τα παιδιά καταφεύγανε, για ασφάλεια, στη Σαλαμίνα. Δηλαδή, όλες οι ψυχές – εκτός από τους πολεμιστές – στην εμφάνιση σοβαρού κίνδυνο πήγαιναν στην Κούλουρη.

Μια άλλη εκδοχή σχετικά με την έκφραση αυτή λέει:

Στα 1563, ο Αλγερινός πειρατής Αλή Μεμέτ επιτέθηκε στην Αίγινα. Οι κάτοικοι του νησιού κατάφυγαν, (όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι, μπροστά στον κίνδυνο των Περσών), στην Κούλουρη. Μόνο δυο άντρες ξεχάστηκαν στο νησί. Ο Νικολός Βάιλας και ο Μηνάς Ανδριώτης. Τούτοι οι δυο κατάφεραν να κρυφτούν και να μη γίνουν αντιληπτοί από τους πειρατές. Τη στιγμή, όμως, που οι Αλγερινοί ήταν έτοιμοι να κάνουν πανιά, ο Νικολός Βάιλας ανακαλύφθηκε και κυνηγήθηκε, γλιτώνοντας, όμως, τελικά, με το γρήγορο τρέξιμό του. Όταν αργότερα, ο φίλος του τον ρώτησε αν φοβήθηκε, απάντησε: «Αν φοβήθηκα λέει; Η ψυχή μου είχε πάει στην Κούλουρη». (Υπάρχει μια λαϊκή δοξασία, πως τάχα η ψυχή του νεοπεθαμένου, για τρεις μέρες, φτερουγίζει κοντά στα προσφιλή της πρόσωπο).

«…Του μπήκαν ψύλλοι στ΄ αυτιά…»

Οι Βυζαντινοί ήταν άφταστοι στο να εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες.Όταν έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του έριχναν ζεματιστό λάδι στ’ αφτιά και τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές» -όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο αυτοκράτορας lουλιανός αισθανόταν φοβερή απέχθεια. Μπορούσε να συγχωρέσει έναν προδότη, αλλά έναν «ωτακουστή» ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο γι’ αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί- ότι η περιέργεια είναι φυσική στον άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει, είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Ο lουλιανός θύμωσε, μα δέχτηκε να αλλάξουν το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν αφάνταστα τρομερό. Έβαζαν δηλαδή στ’ αφτιά του ωτακουστή…ψύλλους! Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την έξοδο. Φυσικά, ο δυστυχισμένος που δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές φορές στην τρέλα .

Από τότε, ωστόσο, έμεινε η φράση «του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά», που σήμερα έφτασε να σημαίνει, ότι μου μπαίνουν υποψίες στο μυαλό για κάτι.