Λέγεται, ότι μόλις γεννήθηκε, η νοσοκόμα τον ακούμπησε για μια στιγμή σε ένα μεγάλο μαξιλάρι για να πάει να φέρει τις φασκιές. Όταν επέστρεψε όμως, είδε ότι το πλασματάκι…δεν ήταν πια στη θέση του, αλλά ότι μπουσουλούσε προς την πόρτα αναζητώντας νέες περιπέτειες και περιπλανήσεις. Το πιο πιθανόν πάντως είναι ότι την ιστορία την έπλασε ο ίδιος. 

Ο κυριότερος λόγος που ο Αρθούρος Ρεμπώ έχει περάσει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως το παιδί-θαύμα είναι ότι εγκατέλειψε την ποίηση σε μια ακαθόριστα νεαρή ηλικία. Το προσόν του ήταν, ότι έκανε τη συνεσταλμένη φαντασία των πρώιμων ποιητών που τον διαδέχτηκαν, να καλπάζει. Τον Ρεμπώ τον κάλυπτε ένα μυστήριο. Από μελετηρό παιδί και πρώτης τάξεως μαθητής, μεταμορφώθηκε σε εικονοκλάστη αγροίκο, έναν άνθρωπο ανυπόφορο για παρέα. Σύμφωνα με περιγραφές της εποχής, δεν άλλαζε ποτέ ρούχα, μύριζε απαίσια κι άφηνε γεμάτα ψείρες τα κρεβάτια από τα οποία περνούσε. Έπινε αδιάκοπα, κατά προτίμηση αψέντι και το μόνο που είχε να προσφέρει στους γνωστούς του ήταν αναίδεια και βρισιές. 
Η σχέση του με τον Πολ Βερλαίν Άρθουρ Ρεμπώ 
Ο Ρεμπώ βρέθηκε πολλές φορές μπλεγμένος σε βίαια επεισόδια, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν μαζί του ο ποιητής και εραστής του, Πολ Βερλαίν. Οι μητέρες και των δύο συγγραφέων έριχναν η καθεμιά στον «άλλον» την ευθύνη για την ζωή που ζούσαν την οποία χαρακτήριζαν «ανώμαλη, γεμάτη κραιπάλες». Στην περίπτωση του Βερλαίν, η πικρία ήταν μεγάλη καθώς ήταν παντρεμένος και είχε και δικά του παιδιά. Νιόπαντρος ακόμη, άρχισε να αλληλογραφεί με τον Ρεμπώ και τον κάλεσε να μείνει στο σπίτι του. Ο τίτλος του ιδιοφυούς επαρχιώτη που είχε απονείμει ο Βερλαίν στον Ρεμπώ, τους είχε προετοιμάσει και δεν περίμεναν κανέναν κομψευόμενο δανδή. Αυτό που είδαν όμως στο πρόσωπο και τη συμπεριφορά του, τους αιφνιδίασε. Ένα άξεστο χωριατόπαιδο στην άχαρη ηλικία της εφηβείας, με το πρόσωπο ψημένο από τον ήλιο και τον αέρα, ρούχα που του έπεφταν ήδη μικρά, μπλεγμένα μαλλιά που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ χτένα και, αντί για γραβάτα, ένα φθαρμένο κορδόνι γύρω από αποσκευές. Χωρίς ούτε μία οδοντόβουρτσα ή έστω μια αλλαξιά εσώρουχα, για να πλύνει εκείνα που υποτίθεται ότι φορούσε. 
Η σχέση του Ρεμπώ με τον Βερλαίν ήταν γεμάτη επεισόδια. Ο Βερλαίν παραδιδόταν πάντα χωρίς μέτρο στη μέθη και στους εραστές του. Υποτίθεται ότι προσπαθούσε να κάνει μια πιο συμβατική ζωή, αλλά η παρουσία του Ρεμπώ, δε βοηθούσε. Άλλωστε η άποψή του για τη ζωή ήταν:«dérèglement de tous les sens», δηλαδή η απορρύθμιση όλων των αισθήσεων. Μια βραδιά, στο «Café du Rat Mort», ο Ρεμπώ είπε στον Βερλαίν: «Άπλωσε τα χέρι σου πάνω στο τραπέζι. Θέλω να κάνω ένα πείραμα». Ο Βερλαίν, καλή τη πίστει, το άπλωσε. Τότε ο Ρεμπώ έβγαλε έναν σουγιά από την τσέπη του και του χάραξε επανειλημμένως τα χέρια. 
Ο Βερλαίν έφυγε από το καφέ εξοργισμένος, αλλά ο Ρεμπώ τον ακολούθησε και τον μαχαίρωσε ξανά. Η βία ανάμεσά τους ξέφυγε όταν ο Βερλαίν τον πυροβόλησε τρεις φορές στις Βρυξέλλες. Οι δύο δεν βρήκαν στόχο, ο τρίτος όμως πέτυχε τον Ρεμπώ στον καρπό. Το γεγονός θα σταματούσε εκεί. Όμως λίγες ώρες αργότερα, ο Βερλαίν τον απείλησε πάλι στον σταθμό του τρένου και μάλιστα ήταν παρούσα και η μητέρα του. Μπροστά στον φόβο μην τυχόν κι αυτή τη φορά δεν αστοχήσει, ο Ρεμπώ ζήτησε τη βοήθεια ενός αστυφύλακα και ο Βερλαίν καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστική εργασία. Ο Ρεμπώ εκ των υστέρων θέλησε να αποσύρει τη μήνυση, αλλά ήταν αργά. Κατάφεραν τουλάχιστον να αλλάξουν την κατηγορία από «απόπειρα δολοφονίας», σε «απλή σωματική βλάβη». 
Η μετα-ποιητική ζωή Βερλαίν και Ρεμπώ 
Ο Ρεμπώ όταν ενηλικιώθηκε ακολούθησε μια ζωή άσχετη με τη ποίηση. Έκανε νομαδική ζωή ως εξαγωγέας καφέ, εργοδηγός, αποικιοκράτης, εξερευνητής, εθελοντής σε τάγματα εκστρατείας, έμπορος όπλων και πιθανότητα δουλέμπορος. Ήθελε να παντρευτεί και να αποκτήσει απογόνους, αλλά ποτέ δεν βρήκε την κατάλληλη υποψήφια. Ζούσε μια ζωή λιτοδίαιτη, αυστηρή, και όλα του τα σχέδια κατέληγαν σε αποτυχία. Έκανε αιματηρές οικονομίες, στερούμενος τα πάντα, ύστερα τις επένδυε σε μια ριψοκίνδυνη επιχείρηση που απαιτούσε πελώρια προσπάθεια, τον ξεγελούσαν στις συναλλαγές, τα έχανε όλα και ύστερα ξανάρχιζε τις οικονομίες και τις στερήσεις και τα μακρόπνοα σχέδια. 
Στο μεταξύ, η αξία και η φήμη του μεγάλωναν στο Παρίσι, όπου σιγά σιγά είχε μετατραπεί σ’ έναν ζωντανό θρύλο, τον οποίο όλος ο κόσμος θεωρούσε νεκρό. Μια μέρα πρήστηκε το ένα του γόνατο και αυτό ήταν η αρχή της αρρώστιας που τον οδήγησε στον τάφο, ένα καρκίνωμα που τον έκανε να ταξιδέψει με τρομερούς πόνους από την έρημο σε ένα νοσοκομείο της Μασσαλίας. Πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1891, προτού προλάβει να συμπληρώσει τα 37 του χρόνια. Την εποχή που ήδη ήταν πολύ άρρωστος, ένας γνωστός του τον ρώτησε για την ποίηση και τη λογοτεχνία, οπότε ο Ρεμπώ του απάντησε με έναν μορφασμό δυσαρέσκειας: «Τι σημασία έχουν όλα αυτά τώρα; Χέσ’ την την ποίηση». 
«Εγώ είναι ένας άλλος», του Αρθούρου Ρεμπώ Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε. Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά. Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά. Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει. Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλες. Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη. Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά. Αρθούρος Ρεμπώ,…