Το να βρίσκεσαι στη σκηνή με είκοσι τρεις γυναίκες, ηθοποιούς και χορεύτριες, όπως…
ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος στην παράσταση Nine, και να παραμένεις συγκεντρωμένος στο ρόλο σου είναι από μόνο του ένα κατόρθωμα. Πόσο μάλλον όταν παίζεις εκπληκτικά, στο αχανές αλλά γεμάτο θέατρο Πάνθεον, τον «Γκουίντο» στο Nine, τον πιο νάρκισσο, δύστροπο και ανασφαλή ήρωα μιούζικαλ.

Τι κι αν διανύουμε την πιο έντονη περίοδο της κρίσης στη χώρα μας; Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος απαντάει εδώ και αρκετά χρόνια με απανωτές επιτυχίες. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που ο Γιάννης Κακλέας υπογράφει και αυτή τη σκηνοθεσία, όπως και στις περισσότερες πρόσφατες παραστάσεις του. Η χημεία τους είναι μοναδική. Έστω κι αν κάποιοι το σχολιάζουν δηκτικά. «Συνεργαζόμαστε γιατί έχουμε κοινούς στόχους και αγωνίες. Ό,τι κάνουμε θέλουμε να μας αγγίζει και να έχει ουσία. Να αφορά στο σήμερα. Τον εκτιμώ γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν θα γίνουμε φιλαράκια και κολλητοί. Είναι περισσότερα χρόνια στο χώρο, σέβομαι ό,τι κάνει και μεταξύ μας υπάρχει πάντα εκτίμηση και αλληλοσεβασμός» μου εξηγεί.

Λένε ότι οι κωμικοί είναι μελαγχολικοί άνθρωποι. Ο Χαραλαμπόπουλος είναι από τις λίγες εξαιρέσεις. Χαμογελάει σε κάθε δυσκολία και δοκιμασία ελπίζοντας ότι θα τα καταφέρει. Πώς; «Πάντα ξεκινάω με το ενδεχόμενο της αποτυχίας» τονίζει και εξηγεί πως «όλοι έχουμε δικαίωμα στην αποτυχία! Ποτέ δεν σκέφτομαι ότι αυτό που θα κάνω πρέπει, σώνει και καλά, να γίνει επιτυχία. Έτσι αποβάλλω το άγχος και δουλεύω πιο μεθοδικά. Αλλά και η αποτυχία είναι μέσα στο πρόγραμμα, σαν ένα απαραίτητο συστατικό μιας φυσιολογικής καριέρας. Απλώς η επιτυχία σού χαρίζει ένα χαμόγελο παραπάνω. Βέβαια και στα δύο η κούραση είναι μεγάλη». Ωστόσο μια αποτυχία δεν είναι καταστροφική, ειδικά στην εποχή μας; «Το ταμείο δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Διαφορετικά το χάνεις το παιχνίδι. Η μανιέρα δεν έχει διάρκεια. Αργά ή γρήγορα θα σε βαρεθεί ο κόσμος. Το κοινό πρέπει να εκπλήσσεται και ο καλλιτέχνης να ρισκάρει». Όλο αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στην επιτυχία και την αποτυχία δεν είναι ψυχοφθόρο;

«Το θέμα είναι να έχεις ζωή και εκτός δουλειάς. Σίγουρα ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου ανήκει στο θέατρο, αλλά έχω και προσωπική ζωή και αυτά τα δύο πρέπει να ισορροπούν. Είναι πολύ όμορφο να σε επιβραβεύουν κάθε βράδυ στην παράσταση. Το χειροκρότημα είναι μεγάλο ναρκωτικό. Όταν, όμως, τελειώσει η παράσταση και σβήσουν τα φώτα, αν δεν είσαι γεμάτος στην υπόλοιπη ζωή σου, είσαι χαμένος».

Πώς έχεις ζωή εκτός θεάτρου, όταν η γυναίκα σου, Λίνα Πρίντζου, είναι ηθοποιός και κολλητός σου είναι ο Φάνης Μουρατίδης;
Σίγουρα υπάρχουν συζητήσεις γύρω από τα θέατρο, αλλά έχουμε κι άλλα ενδιαφέροντα. Δεν είμαστε αποκομμένοι από την καθημερινότητα και την επικαιρότητα, την πολιτική και την κοινωνική ζωή. Το σημαντικό, όμως, είναι να παρακολουθείς και να παρατηρείς ό,τι συμβαίνει γύρω σου. Να μην είσαι αποκομμένος και μονοδιάστατος».

Η αναγνωρισιμότητα γλυκαίνει την καθημερινότητά του;
«Τη γεμίζει χαμόγελα από τους άγνωστους σε σένα ανθρώπους. Για μένα αυτό σημαίνει ότι κάνω καλά τη δουλειά μου, αλλά δεν νιώθω κάτι ιδιαίτερο. Και στο σούπερ μάρκετ πηγαίνω, και τις δουλειές της καθημερινότητας κάνω». Τον στενοχωρεί κάτι; «Η ασυνεννοησία, το ότι ο καθένας πιστεύει ότι έχει δίκιο και κανείς δεν υποχωρεί. Ίσως είμαστε το πιο βίαιο πλάσμα στη γη» μου λέει.

Αυτό άραγε τον κάνει τόσο ρομαντικό όσο και τους ήρωες που ερμηνεύει τα τελευταία χρόνια;
«Είμαι ρομαντικός από τη φύση μου. Ο ρομαντισμός υπάρχει μέσα μας. Η κοινωνία μας, όμως, δεν επιτρέπει, ειδικά στους άντρες, να εκφράσουν τις ρομαντικές τους πτυχές και αυτό είναι λάθος. Ο ρομαντισμός είναι αναγκαίος. Έτσι εκτιμάς περισσότερο τη ζωή. Το να επιβιώνεις απλώς δεν το λες ζωή».

Ποιος είναι ο λόγος που επέλεξε τη Βενετία για να κάνει το γάμο του πέρσι το καλοκαίρι;
«Θα παντρευόμουν οπουδήποτε, αρκεί να ήταν όμορφα και ήσυχα, αλλά όταν το συζητούσα με τον Φάνη Μουρατίδη, ο οποίος παρεμπιπτόντως ξέρει τα πάντα, μου μίλησε για μια ορθόδοξη εκκλησία του 1550 στη Βενετία, τον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων. Και πραγματικά ήταν πολύ όμορφα. Το σενάριο δεν είχε γόνδολες και φολκλόρ, αλλά περάσαμε αξέχαστα».

Λίγο αργότερα παντρεύτηκε στη Βενετία και ο George Clooney με την Amal Alamuddin…«Τον καταγγέλλω ότι με αντέγραψε! Το έμαθε από εμάς και ήρθε κι αυτός στη Βενετία. Βέβαια ήξερα ότι οι συνάδελφοι ζηλεύουμε ο ένας τον άλλο, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανε μέχρι σε αυτό το σημείο. Δυστυχώς δεν με ρώτησε και έτσι ξόδεψε πολύ περισσότερα χρήματα».

Η Λίνα Πρίντζου είναι η γυναίκα της ζωής του. Μετά από έξι χρόνια σχέσης ανέβηκαν τα σκαλιά της ‒βενετσιάνικης‒ εκκλησίας. Σπούδασε υποκριτική, εργάστηκε ως τραπεζική υπάλληλος, παραιτήθηκε και τώρα θέλει να ζήσει το θεατρικό της όνειρο.

«Χάρηκα με την απόφασή της» λέει και συνεχίζει: «Όπως κι εγώ διάλεξα να γίνω ηθοποιός, με όλες τις δυσκολίες και τα ρίσκα, έτσι κι εκείνη επέλεξε να ανατρέψει την επαγγελματική της ζωή και να ακολουθήσει αυτό που πραγματικά ήθελε». Με δεδομένο τις σημερινές οικονομικές συνθήκες δεν θα ήταν καλό ο ένας από τους δύο να έχει μια σταθερή δουλειά; «Τίποτε δεν είναι εύκολο και τίποτα δεν είναι δύσκολο. Αν έχεις θέληση και πίστη, μπορείς να τα καταφέρεις όλα. Στο κάτω κάτω προτιμώ την ικανοποίηση, το χαμόγελο και την ευτυχία μιας απόφασης που θα ομορφύνει τη ζωή μας παρά ένα συμβιβασμό. Άλλωστε δεν είμαστε μαζί για να καταπιέζει ο ένας τον άλλο. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα δεν έχουμε παιδιά και υπάρχει μια σχετική ελευθερία στις αποφάσεις μας».

Μια γυναίκα μπορεί να αλλάξει τον άντρα;

«Το θέμα δεν είναι απλό, εξαρτάται από την ηλικία του άντρα. Αν ο άντρας είναι 13 ετών, υπάρχουν ελπίδες. Αν είναι πάνω από 40, τα πράγματα είναι δύσκολα. Έχει να κάνει βέβαια και με το πόσο έκανε τον άντρα να την αγαπήσει. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, προκειμένου να μη χάσουν μια γυναίκα που τους αρέσει, δεν διστάζουν να αλλάξουν. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να αλλάξει ο ένας τον άλλο. Αν δεν σου αρέσει ο σύντροφός σου όπως είναι και θέλεις να τον αλλάξεις, καλύτερο δεν είναι να βρεις έναν άλλο;» αναρωτιέται.

Υπάρχουν άραγε γυναίκες που μπορούν να σε οδηγήσουν, χωρίς επιστροφή, κατευθείαν στην κόλαση;
«Δεν νομίζω. Οι γυναίκες είναι πλασμένες μόνο για τον παράδεισο. Τις φαντάζομαι να μας περιμένουν στην είσοδο του παραδείσου. Όσο για το προπατορικό αμάρτημα, την πατήσανε από κοινού. Βάλανε και οι δυο το χεράκι τους». Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον ζηλεύουν, μιας και ως ο μοναδικός άντρας του θιάσου βρίσκεται κάθε βράδυ επί σκηνής με τόσες γυναίκες. «Είναι όλες τους μια υπέροχη αγκαλιά. Πριν αρχίζουν οι πρόβες, αναρωτιόμουν αν θα είχαμε μαλλιοτραβήγματα, γκρίνιες και παρασκήνιο, αλλά διαψεύστηκα πλήρως. Ο τρόπος που συνεννοούνται, συνεργάζονται και αγαπιούνται είναι υπέροχος. Όλες οι γυναίκες λειτουργούν σαν ξωτικά, σαν νεράιδες και καλλιτέχνες της ζωής τους. Έστω κι αν δεν καταλαβαίνεις πολλές φορές πώς σκέφτονται, είναι ωραίο να τις αφήνεις ελεύθερες και να τις παρατηρείς. Προσωπικά νιώθω σαν τον Ντίνο Ηλιόπουλο στις Κυρίες της Αυλής της δεκαετίας του ’60, που μόλις περνούσε από την εσωτερική αυλή του σπιτιού του όλες οι γειτόνισσες από τα γύρω μπαλκόνια τον χαιρετούσαν».

Αλήθεια, τι ένιωσες όταν επισκέφτηκες το καλοκαίρι τον τάφο της Αμφίπολης;
«Όλη η περιοχή έχει μυστήριο. Είναι μαγευτικό να συλλογίζεσαι ζωές άλλων ανθρώπων πριν χιλιάδες χρόνια. Εκεί ειδικά η ιστορία σού μιλάει αυτοπροσώπως. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, ένας μύθος θα ζωντανέψει. Ίσως θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε καλύτερα την κληρονομιά μας. Μερικές φορές έχεις την αίσθηση ότι οι ξένοι ενδιαφέρονται περισσότερο από εμάς».