Το «αποτύπωμα» της ανθρωπότητας, όσον αφορά την κατανάλωση γλυκού (πόσιμου και μη) νερού, είναι… μεγαλύτερο έως 18% σε σχέση με τις έως τώρα εκτιμήσεις, σύμφωνα με μια νέα επιστημονική έρευνα, με επικεφαλής μια Ελληνίδα επιστήμονα της διασποράς.

Η μελέτη δείχνει ότι η αρδευόμενη γεωργία, τα φράγματα και άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες αυξάνουν περισσότερο από ό,τι είχε εκτιμηθεί μέχρι σήμερα τη συνολική παγκόσμια κατανάλωση γλυκού νερού, επειδή είχε υποτιμηθεί κυρίως η επίπτωση της εξατμισοδιαπνοής.

Το φαινόμενο αυτό αυξάνει τις απώλειες νερού, το οποίο εξατμίζεται στην ατμόσφαιρα, μειώνοντας έτσι τα διαθέσιμα για ανθρώπινη κατανάλωση αποθέματα και καθιστώντας λιγότερο βιώσιμα τα τωρινά επίπεδα κατανάλωσης νερού.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Υδρολογίας, Υδρογεωλογίας και Υδάτινων Πόρων Γεωργία Δεστούνη του Τμήματος Φυσικής Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Science”, ανέλυσαν δεδομένα κλιματολογικά, υδρολογικά και χρήσης νερού για την τελευταία 30ετία σε όλο τον κόσμο.

Η ανάλυση οδηγεί σε μια νέα εκτίμηση, αυξημένη κατά 18% περίπου, για το «αποτύπωμα» της ανθρωπότητας στα αποθέματα γλυκού νερού του πλανήτη.

Η αύξηση των απωλειών του γλυκού νερού από την ξηρά προς την ατμόσφαιρα λόγω των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων υπολογίζεται σε περίπου 4.370 κυβικά χιλιόμετρα ετησίως. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στα δύο τρίτα της ετήσιας απορροής του ποταμού Αμαζόνιου.

«Η ανθρωπογενής αύξηση των απωλειών ισοδυναμεί με έναν τεράστιο ποταμό γλυκού νερού που κυλά από την ξηρά στην ατμόσφαιρα. Έχουμε αλλάξει πάρα πολύ το σύστημα γλυκού νερού, χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Η μελέτη μας δείχνει ότι έχουμε ήδη ξεπεράσει το προτεινόμενο πλανητικό όριο για την κατανάλωση γλυκού νερού», προειδοποίησε η Δεστούνη. Όπως είπε, «αυτό είναι σοβαρό, άσχετα από το αν όντως έχουμε ξεπεράσει ένα πραγματικό όριο ή αν το όριο αυτό έχει υποτιμηθεί».

Η Γ.Δεστούνη είναι σήμερα από τις κορυφαίες διεθνώς ειδικούς για το νερό και τους υδάτινους πόρους. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1961 και μετανάστευσε με την οικογένειά της στη Σουηδία, όταν ήταν εννέα ετών. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Βασιλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (ΚΤΗ) της Σουηδίας, όπου πήρε το διδακτορικό της στην υδραυλική μηχανική το 1991 και στο οποίο υπήρξε καθηγήτρια έως το 2005. Μετά το 2005 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.

Είναι μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών της Σουηδίας και της Βασιλικής Σουηδικής Ακαδημίας Επιστημών Μηχανικής, καθώς επίσης από το 2013 γενική γραμματέας του Σουηδικού Συμβουλίου Ερευνών FORMAS. Μεταξύ άλλων, της έχει απονεμηθεί (2013) το Μετάλλιο Henry Darcy της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωεπιστημών (EGU) και έχει διατελέσει αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Υδρολογικών Επιστημών (IAHS).