Γράφει ο Χρήστος Μπουσιούτας
«Δυστυχία σου Ελλάς με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;» … *

Στην χειρότερη στιγμή της μεταπολιτευτικής ιστορίας του τόπου, η χώρα είχε την ατυχία να την κυβερνά ότι πιο μικρό και ασήμαντο έχει να επιδείξει, από την επανασύσταση του Ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα.

Ένα άσχετο και ανίκανο «μπουλούκι» πολιτικών, στενόμυαλοι υπουργοί και βουλευτές, ελεεινοί υπηρέτες ντόπιων και ξένων συμφερόντων, κυνικοί, δειλοί αριβίστες, η τέλεια ενσάρκωση μιας επικίνδυνης και αξιολύπητης μετριότητας.

Έως χθες, είχαμε αναθέσει τις τύχες αυτής της χώρας σε ένα σάπιο καθεστώς, σε διεφθαρμένους πολιτικούς που καταλήστεψαν τον δημόσιο πλούτο της και την χρεοκόπησαν, σήμερα στηρίξαμε τις ελπίδες μας σε ηλιθίους που με τις ανέφικτες ιδεοληψίες και εμμονές τους την φτωχοποίησαν και συνεχίζουν την καταστροφή της από το σημείο που την άφησαν οι προηγούμενοι.

Και εκείνο που σε τρομάζει περισσότερο είναι, όταν διαπιστώνεις ότι το πουλόβερ του «τέλειου» κόσμου μας άρχισε να ξηλώνεται στις άκρες του, από εκείνους που πίστευες ότι το έπλεκαν.

Μια Φούχτα πεποιθήσεις όριζαν την ζωή μας και αυτές μας πρόδωσαν γρήγορα.

Στον κρατήρα της οικονομικής βαρβαρότητας, έχουν χαθεί πια οι αποδείξεις, έχουν ανακατευτεί τα κουστούμια και οι μάσκες, οι εικόνες, οι άνθρωποι, τα συναισθήματα.

Πρόσωπα χωρίς σχήμα, ανέκφραστα, το μόνο καλό, η σκέψη κάποιου όμορφου δειλινού, κάποιων καλών αναμνήσεων.

Ξαφνικά οι φωνές και οι διαμαρτυρίες σταμάτησαν, όπως σβήνει το μουρμουρητό του κοινού με το σήκωμα της αυλαίας.

Σε λίγο αυτή η παράσταση θα τελειώσει, οι βομβαρδισμοί των μέτρων θα σταματήσουν γιατί δεν θα έχει μείνει τίποτα όρθιο πια, μέσα σε μια νύχτα θα πέσει η αυλαία ( η κουρτίνα )της σκηνής του τσίρκου.

Οι ακροβάτες και οι ζογκλέρ θα μαζέψουν τα σύνεργα τους, οι κλόουν θα ξεβαφτούν, οι θηριοδαμαστές θα διπλώσουν τα μαστίγια τους, τα «ζώα» θα μπουν στα κλουβιά τους, οι ταχυδακτυλουργοί θα φύγουν με τα καπέλα και τα περιστέρια τους και στην σκηνή που κάποτε απλωνόταν το πολύχρωμο τσίρκο θα μείνουν τα σκουπίδια και οι αναμνήσεις.

Η τρέλα του πύργου της Βαβέλ θα τελειώσει και η πόρτα της αποθήκης( του υπογείου ) που πετούσαν όλα όσα έβλαπταν την «τέλεια» εικόνα τούτης της χώρας θα ανοίξει διάπλατα.

Τότε θα αρχίσουν οι απολογισμοί και η απόδοση των ευθυνών.

Ο τελάλης θα πάρει γύρα τις γειτονιές να φωνάξει το μοναδικό έγκυρο στοιχείο που είναι το οριστικό τέλος αυτού του λαού.

Ήρθε η ώρα η προετοιμασμένη από καιρό χώρα, να πεθάνει. Το θέλουν οι ξένοι, συνέργησαν σε αυτό τα ντόπια πολιτικά αηδόνια.

Τα σύγχρονα πειραματόζωα «φούσκωσαν» τελείωσε ο ρόλος τους και η αποστολή τους.

Το μόνο που μένει είναι η βαριά ανάσα ενός λαού, που σφίγγει και πιέζει το στήθος, όπως μια ταφική τελετή αγαπημένου φίλου.

Δυστυχώς η χώρα αυτή τελείωσε. Είναι ανώφελο να πιστεύει κανείς ότι θα αλλάξουν τα πράγματα. Το μόνο που απομένει είναι ο προσδιορισμός της  καταληκτικής ημερομηνίας,  το τράβηγμα  από την πρίζα.

Αυτό είναι το τέλος μιας μακράς άθλιας διαδρομής, ένα τέλος που η χώρα το περιμένει πια με μια επιθανάτια γαλήνη που της προσφέρει η γνώση και η αποδοχή του οριστικού τέλους που έρχεται.

Γιατί ακόμα και σε ένα θεωρητικό επίπεδο που η χώρα βγει από την κρίση και μπει σε τροχιά ανάπτυξης και πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λίγα χρόνια θα είναι στην ιδία κατάσταση, γιατί το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά  ηθικό, νοοτροπίας και προσώπων και αυτά ο Έλληνας δεν θέλει να τα αλλάξει.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε θεσμούς γιατί δεν θέλουμε θεσμούς και αν έχουμε τους αφήνουμε για τους άλλους. Ο Έλληνας δεν θέλει κανόνες και αν τους θέλει, τους θέλει για τους άλλους και όχι για τον ίδιο.

Εξαντλούμαστε στα  βολικά, τα οποία δεν εννοούμε να αλλάξουμε.

Κέρβεροι σε ότι αφορά τα ιδιωτικά μας, χαλαροί έως και αδιάφοροι για τα δημόσια.

Το είχε πει και ο Ελύτης σε καλύτερες στιγμές για την χώρα: «Ο Ελληνισμός επέτυχε ως γένος, αλλά απέτυχε ως Κράτος»

* Γιώργος Σουρής, ο ποιητής που σατίριζε πολιτικούς και τραπεζίτες και προτάθηκε από τη βουλή για Νόμπελ Λογοτεχνίας…