Μου είπε για τις βόμβες, που έπεφταν παντού, για τις σφαίρες που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους…

Για το ότι σαν έφευγε για το σχολείο, δεν ήξερε αν θα γύριζε σπίτι της κι αν θα ξανάβλεπε τους γονείς της.
Για τους φίλους της που έχουν σκοτωθεί.
Για την βόμβα που έπεσε στο δρόμο και έσπασε την τζαμαρία πίσω της. Για τα τζάμια που χαράκωσαν την πλάτη της – σηκώθηκε αργά και σήκωσε την μπλούζα για να δω τα σημάδια της.

Μου είπε για το μικρό δεκάχρονο αγόρι που το αίμα έτρεχε από το λαιμό του σαν ποτάμι και ο νοσοκόμος της ζήτησε να πιέζει με τα δάχτυλα της την πληγή για να μην φεύγει το αίμα.

Μου είπε πώς είναι τα μάτια ενός ανθρώπου την ώρα που στραγγίζει από μέσα του η ζωή, σαν εκείνο το αγόρι που την κοίταζε στα μάτια και τα δάχτυλα της πίεζαν την πληγή στο λαιμό του την ώρα που πέθαινε, εκεί στη μέση του δρόμου, στο μικρό υπαίθριο καφέ που είχε καθίσει, με το φρέσκο χυμό ακόμη στο χέρι της.

Μου είπε για το ότι είδε αποκεφαλισμούς ανθρώπων και μικρά παιδιά να πέφτουν στον δρόμο πυροβολημένα από ελεύθερους σκοπευτές.

Μου έδειχνε με τα χέρια της πώς πετούσαν οι άνθρωποι διαμελισμένοι από βόμβες που έσκαγαν στην αγορά και με το στόμα της έκανε τον θόρυβο και τη βοή του πανικού, λίγο πριν την ανατίναξη.

Μου μίλησε για τις αρπαγές κοριτσιών από τους στρατιώτες και για τον φόβο των γονιών της μην συμβεί το ίδιο και σε εκείνη.

Μου είπε για την απόφαση να φύγουν, για την ημέρα του αποχαιρετισμού,για τα δάκρυα και τα γέλια και την χαμένη ελπίδα, πως θα ξαναδεί το σπίτι της,την αυλή της,το δωμάτιο της. Το ροζ εφηβικό της δωμάτιο, που μου περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια.

Μου μίλησε για τον υποχρεωτικό αποχωρισμό από τον μπαμπά που έπρεπε να μείνει πίσω. Για το μικρό σακίδιο που έπρεπε εκεί να χωρέσει όλη την παλιά ζωή της κι εκείνη επέλεξε να πάρει ζωγραφιές κι ευχές φίλων της,παρά ρούχα ή κάτι πιο χρήσιμο.

Μου μίλησε για το ταξίδι στην Τουρκία,το περπάτημα μέσα από τα βουνά, το κρύο,την κούραση, τη σιωπή και την πείνα.

Μου είπε για το ταξίδι με τη βάρκα. Τη θάλασσα άγρια, πως κουνούσε και ζαλιζόταν, πως φοβόταν.

Μου μίλησε για το πώς έφτασαν στην Κω και πώς πέρασαν εκεί δύο δύσκολες μέρες σε απόλυτη εξαθλίωση και πείνα,μα πως όλοι ήταν καλοί μαζί τους…

Κι ύστερα Αθήνα κι ύστερα… Θεσσαλονίκη κι ύστερα…εκεί απέναντι μου να μου μιλά για τη φρίκη της. Τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι, κανένας λυγμός, κανένας ήχος, μόνο δάκρυα. Ένα παιδί.

Ένα παιδί που είχε ζήσει την κόλαση κι είχε επιβιώσει…

Ήθελα να βρω τα σωστά λόγια μα δεν υπήρχαν… Με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου είπε πως πριν τον πόλεμο η Συρία ήταν η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο. Πως ήξερε πως δεν θα την ξαναδεί και πως θα την αγαπούσε για πάντα…
Την ρώτησα τι θυμόταν από την χώρα της πριν από τον πόλεμο…
«Τίποτε». Μου απάντησε «Ήμουν τόσο μικρή όταν άρχισε ο πόλεμος, που δεν θυμάμαι πως ήταν πιο πριν». «Τότε πώς ξέρεις πως ήταν όμορφη;»Τη ρωτάω.

Ακούμπησε το ντελικάτο σχεδόν γυναικείο χέρι της στο στήθος της και κλείνοντας τα μάτια ψιθύρισε, «Το ξέρω γιατί όταν τη θυμάμαι πονάει η καρδιά μου»…
Αντίο Πατρίδα…
Πηγή