του Νίκου Ανδρουλάκη
Η κατάρριψη του ρωσικού Su-24 από τουρκικά F-16 την περασμένη Τρίτη προσέθεσε… ένα επιπλέον επίπεδο πολυπλοκότητας σε μια ήδη ιδιαίτερα περιπλοκή περιφερειακή σύγκρουση.

Παρά το γεγονός ότι περιστατικό είναι ακόμα νωπό και το διπλωματικό πινγκ-πονγκ συνεχίζεται με κατηγορίες ένθεν κακείθεν ορισμένα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η κατάρριψη του αεροσκάφους ήταν προϊόν συνειδητής απόφασης της Τουρκίας η οποία λογικά ελήφθη στο ανώτατο δυνατό επίπεδο. Μια παραβίαση 17 δευτερόλεπτων σίγουρα δεν συνιστά σοβαρό λόγο για κατάρριψη. Έξοχο παράδειγμα η ίδια η Τουρκία που παραβιάζει σχεδόν σε καθημερινή βάση τον ελληνικό εναέριο χώρο. Άλλωστε μόνο το 2014 είχαμε συνολικά 2.244 καταγεγραμμένες παραβιάσεις.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η Άγκυρα ήθελε να το ξέρουμε. Υπό φυσιολογικές συνθήκες η Τουρκία θα μπορούσε να αποδώσει το περιστατικό σε υπερβάλλοντα ζήλο ή κακό συντονισμό γνωρίζοντας παράλληλα ότι το μήνυμα που ήθελε να δώσει θα είχε περάσει. Το γεγονός ότι δεν το κάνει αλλά αντίθετα επιλεγεί να υπερθεματίσει αναβαθμίζοντας το περιστατικό σε δημόσια σύγκρουση μεταξύ δυο κρατών προσθέτοντας μάλιστα και το στόχο της προάσπισης των δικαιωμάτων των Τουρκμένων είναι σημαντικό από μόνο του. Κρίσιμη λεπτομέρεια αποτελεί επίσης και το γεγονός ότι η Τουρκία προσπάθησε να εμπλέξει και το ΝΑΤΟ μέσω της σύγκλισης της επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων, προσπάθησε δηλαδή να θέσει το σύνολο των κρατών μελών της συμμαχίας απέναντι στη Ρωσία.

Το ερώτημα είναι γιατί;

Η εμπλοκή της Ρωσίας στις επιχειρήσεις εδώ δυο μήνες αλλά και οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, οι οποίες δικαίως έχουν χαρακτηριστεί ως πρωτοφανείς για τα Ευρωπαϊκό δεδομένα έχουν δημιουργήσει προϋποθέσεις αλλαγής της σειράς προτεραιοτήτων της Δύσης στην περιοχή.

Ενώ μέχρι σήμερα βασική προϋπόθεση για την λύση ήταν η αντικατάσταση του Άσσαντ, τώρα πλέον οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις φαίνεται να αποδέχονται ένα μεταβατικό σενάριο. Αυτό το γεγονός από μόνο του δημιουργεί μια άτυπη συμπόρευση η οποία αντιβαίνει στις βασικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Άρα, το περιστατικό της Τρίτης πρέπει να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια της Τουρκίας να εμποδίσει τον σχηματισμό αυτής της ετερόκλιτης μεν αλλά αναγκαίας δε συμμαχίας.

Εδώ λοιπόν πέφτουν οι μάσκες: Η πραγματικότητα είναι ότι ο Ερντογάν και η Τουρκία δεν αποτελούν μέρος της λύσης στη Συρία αλλά είναι μέρος του προβλήματος. Ενώ εδώ και καιρό η Τουρκία θα μπορούσε να έχει διαδραματίσει έναν εποικοδομητικό ρόλο στην ειρηνική διευθέτηση της σύγκρουσης και την καταπολέμηση του ISIS αυτή έχει συνειδητά επιλέξει να μην το κάνει.

Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι αυτό γίνεται αντιληπτό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξακολουθούμε να βλέπουμε τάσεις στρουθοκαμηλισμού.

Η σπουδή της κυρίας Μέρκελ να επισκεφθεί την Άγκυρα εν μέσω προεκλογικής περιόδου στην Τουρκία ήταν πολιτικά άκομψη και αδικαιολόγητα γενναιόδωρη κίνηση προς τον Ερντογάν ειδικά τη στιγμή που είχαμε σημαντική αύξηση των αυταρχικών τάσεων και σημαντική υποβάθμιση των ανθρωπινών δικαιωμάτων. Εξίσου πολιτικά ανεκτική είναι και η στάση της Γερμανίας στο ζήτημα της αντιμετώπισης των έκτακτων προσφυγικών ροών. Και μπορεί η Τουρκιά να έχει το άλλοθι της παρουσίας 2, 5 εκατομμυρίων προσφύγων στο έδαφος της αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι δεν υπάρχει πλαίσιο συνεργασίας με τη χώρα μας σε ζητήματα καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος όπως και στην εφαρμογή του πρωτοκόλλου επανεισδοχής. Σε αυτό το πλαίσιο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι στη σημερινή, πολύ πιο κρίσιμη γεωπολιτικά, συγκυρία μετά το Παρίσι και την κατάρριψη του Ρώσικου αεροσκάφους, η Γερμανία είναι σχεδόν απούσα.

Η Γαλλία από τη πλευρά της έχει διαφορετικές προτεραιότητες αλλά ακόμα και αυτή δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να θέσει θέμα Τουρκικής πολιτικής στη Συρία. Πέρα από τη συγκρότηση μιας χαλαρής συμμαχίας κατά του ISIS η Γάλλια δεν επιθυμεί μια ποιο ενεργή ανάμειξη στην περιοχή.

Ωστόσο, αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους είναι ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ISIS περιλαμβάνει και τον τερματισμό του εμφυλίου στη Συρία. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να έχουμε έναν πολιτικό διάλογο στον οποίο θα συμμετέχουν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές σαν και αυτόν που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στη Βιέννη.

Τι μορφή πρέπει να έχει αυτή η πολιτική συμφωνία; Ως πρώτη προϋπόθεση πρέπει να περιλαμβάνει την αναστολή των εχθροπραξιών και την ανακωχή. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει διαδικασίες για την ομαλή μετάβαση προς ένα νέο δημοκρατικό καθεστώς καθώς και την συγκρότηση μιας ευρύτερης συμμαχίας ενάντια στην κοινή απειλή που αντιπροσωπεύει το ISIS. Η συμμαχία έναντι του ISIS δεν πρέπει να περιοριστεί στο πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο αλλά να περιλαμβάνει και το οικονομικό για να κλείσει η στρόφιγγα χρηματοδότησης του τρόμου. Τέλος, πρέπει να προσφέρει μια δημοκρατική προοπτική στο λαό της Συρίας για να αποφασίσει το μέλλον του ελεύθερα χωρίς να συνθλίβεται ανάμεσα στις επιλογές του Άσσαντ και του ISIS.

Η Ευρώπη έχει και αυτή μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί σήμερα η Συρία. Δεν πρέπει να επαναλάβει αυτό το λάθος δείχνοντας ανοχή στην αδιαλλαξία και τους τακτικισμούς περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία που υπονομεύουν τις προσπάθειες για ειρήνευση στην Μέση Ανατολή.