Βρίσκονται συχνά μαζί δυο βετεράνοι ταχυδρομικοί διανομείς στην πόλη του Ρεθύμνου και αναπολούν τα χρόνια της νιότης και της…
δράσης τους (υπηρεσιακή και εξωυπηρεσιακή)  από τότε, που η επικοινωνία των ανθρώπων γίνονταν αποκλειστικά «με τα γράμματα!», που πότε  έφταναν στην ώρα τους και πότε αργοπορούσαν… Αρχικά, πέρασαν από την αγροτική διανομή στην ύπαιθρο και συνέχεια ως αστικοί ταχυδρόμοι, ο Κώστας Ψωμανδρουλάκης από την Εξάντη Μυλοποτάμου… φορτωμένος με 30 χρόνια και ο Δημήτρης Απανωμεριτάκης από τη Λαμπινή Αγίου Βασιλείου, το χωριό της λεβεντιάς, με 33, κουβαλώντας μαντάτα!  Έτρεξαν και οι δυο ατέλειωτα  χιλιόμετρα, έχοντας στους πληγιασμένους ώμους τους το βαρύ φορτίο με τα νέα «από την ξενιτιά», άλλοτε χαρμόσυνα και άλλοτε πονεμένα, για να πάνε το γράμμα από χωριό σε χωριό με τα πενιχρά μέσα μετακινήσεων που διέθεταν τότε, και από σπίτι σε σπίτι στην πόλη.

Ωστόσο, και σήμερα, αν και ο πρώτος βρίσκεται στα 80 του χρόνια και ο δεύτερος στα 90, παραμένουν ζωντανοί και ενεργοί και θα σήκωναν και πάλι στον ώμο τον ταχυδρομικό σάκο, έτοιμοι να φτάσουν μέχρι και στο τελευταίο σπίτι για να παραδώσουν αλληλογραφία, συντάξεις και το άλλο ταχυδρομικό υλικό. «Έφαγαν» τη ζωή τους μέσα σε πάμπολλες δυσκολίες, όπως και τις μεγάλες αποστάσεις που διάνυσαν και «έλιωσαν πολλά ζευγάρια παπούτσια»! Τώρα πια, κατά τη λαϊκή ρήση «παλιά μου τέχνη κόσκινο», γνωρίζουν με… κλειστά μάτια και δρόμους και παραλήπτες στην πόλη που ανάλωσαν τον υπαλληλικό τους βίο και απόμαχοι παρατηρούν με ανησυχία τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις…

Ο ΛΕΒΕΝΤΟΔΙΑΝΟΜΕΑΣταχυδρόμοι ρέθυμνο απόμαχοι ηλικιωμένοι γράμματα

Το ραντεβού, συνήθως, δίδεται στο ρακάδικο του Σιμισακογιώργη στο δρομάκι Λέλας Κούνουπα στην πλατεία 4 Μαρτύρων της πόλης του Ρεθύμνου. Εκεί, μεταξύ… καφέ και αναψυκτικού, θα μιλήσουν για τα τεκταινόμενα και για «τους κακούς καιρούς που φτάσαμε», αλλά έμαθαν και για τους περιορισμούς των αναλήψεων, τα λεγόμενα capital controls που, θέλοντας και μη, καθιερώθηκαν ως… ψωμοτύρι στο ελληνικό λεξιλόγιο! Θα μιλήσουν, όμως, τέλος του μήνα, με αγωνία και πόνο και για τον… κατήφορο που πήραν αιφνιδίως «οι συντάξεις και τα επικουρικά των ταμείων τους», για το πλιάτσικο των διεφθαρμένων πολιτικών, αλλά και για την καθημερινότητά τους, γυρίζοντας συχνά και στο ταχυδρομείο που αφιέρωσαν τον εαυτό τους. Παρακολουθούν και… ραγίζει η καρδιά τους!

Μα ο Δημήτρης Απανωμεριτάκης, «ο ταχυδρόμος της χαράς», όπως «βαφτίστηκε» από τον συγχωριανό του, γνωστό μαντιναδολόγο του Ρεθύμνου Γιώργο Σηφάκη ή Σιμισακογιώργη, θεωρείται από τους ανθρώπους που είχαν καθημερινά επαφή και συναλλαγή μαζί του, «ο ευγενής και πρόσχαρος λεβεντοδιανομέας του παλιού αρχοντικού Ρεθέμνους, με το χαμόγελο και την πηγαία αισιοδοξία, που αγάπησε και αγαπήθηκε όσο λίγοι». Και βέβαια, αυτός ο ταχυδρόμος με τη μεγάλη και καθαρή καρδιά, με παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα και σήμερα κινητοποιεί  καθημερινά τις δυνάμεις του. «Θα πιω τη ρακή και το κρασί μου, θα πω και τις μαντινάδες μου και θα χορέψω συρτό και πεντοζάλη. Θα πάω και στο περιβόλι μου να φυτέψω και να περιποιηθώ τα κηπευτικά μου και θα αναθρέψω και την κατσίκα ή το πρόβατο μου για να ξέρω το κρέας που θα φάω», θα πει. Δεν θα ξεφύγει… πόντο από τις καθημερινές του συνήθειες και αξίες που του δίνουν οξυγόνο και του προσθέτουν χρόνια. Είναι ο ταχυδρόμος που έφερε και μοίρασε για τριάντα τρία χρόνια τόσα μαντάτα…

Πηγή