Γράφει ο Ανδρέας Μελεζιάδης, Ανδρέας Μελεζιάδης Συνταγματάρχης (ΔΒ) εα
Προχτές το απόγευμα, εκεί που έπινα το καφεδάκι μου και προσπαθούσα να βρώ θέματα για το ‘’ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ’’, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας…
Ανοίγω την πόρτα, και έκπληκτος βλέπω μπροστά μου τον παλιό μου φίλο Δόν Κιχώτη, ταλαιπωρημένο, κουρασμένο, και σε όχι τόσο καλή ψυχολογική κατάσταση.

Τον καλωσόρισα με χαρά, μπήκε στο σπίτι και σωριάστηκε σε ένα καναπέ.

Πρόθυμος εγώ, τον ρώτησα τι να του προσφέρω.

‘’Ένα καφεδάκι, μέτριο ελληνικό αν μπορείς’’ μου λέει.

Την ώρα που ετοίμαζα τον καφέ, μου λέει.

‘’Φέρε και κανένα τσιγάρο, εάν έχεις. Εκτός και εάν έγινες και εσύ ρατσιστής αντικαπνιστής’’.

Απόρησα, γιατί ήξερα ότι είχε κόψει το κάπνισμα εδώ και 17 χρόνια, αλλά τσιγάρο είχα και του πρόσφερα, μια και εγώ ακόμα είμαι καπνιστής.

‘’Τι γίνεται, Δόν, έχω να σε δώ πάνω από δυό χρόνια, και δεν σε βλέπω και τόσο καλά. Τι συμβαίνει?’’ τον ρωτάω.

‘’Άστα να πάνε, φίλε μου ‘’ μου λέει, και μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία του.

‘’Από ό τι θα θυμάσαι, όταν ερχόμουν εδώ, έμενα σε εκείνο το πανδοχείο, το ‘’ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ’’, και δεν είχα κανένα παράπονο. Εάν θυμάσαι, επειδή η γειτονιά γέμισε με ‘’περίεργους’’ ανθρώπους, το πανδοχείο έκλεισε.

Σκέφτηκα να εγκατασταθώ μόνιμα εδώ πέρα, και για αυτό το λόγο αγόρασα ένα διαμέρισμα , ρετιρέ, στην καλύτερη περιοχή της πόλης, μια και από λεφτά δεν έχω πρόβλημα.

Όλα πήγαιναν μια χαρά, ήμουν απόλυτα ευχαριστημένος, και ομολογώ ότι σε ξέχασα λιγάκι, και για αυτό δεν έδωσα και σημεία ζωής.

Πρίν από λίγο καιρό, χτύπησε η πόρτα, και όταν άνοιξα, ένας ‘’τύπος’’ μου ζήτησε να περάσει στο σπίτι μου για να πάει στο διπλανό διαμέρισμα αριστερά πηδώντας από το χαμηλό κάγκελο στη βεράντα, και αυτό γιατί είχε χάσει τα κλειδιά. Ήταν ο νέος ενοικιαστής του διπλανού. Έτσι μου είπε.

Δεν μου καλοφάνηκε η υπόθεση, αλλά για λόγους ‘’καλής γειτονίας’’ τον άφησα, μπήκε μέσα, πήγε στην βεράντα, πέρασε το κάγκελο και πήγε δίπλα.

Μετά από κανα-δυό μέρες, πάλι τα ίδια, ήρθε αυτή τη φορά με κάποιον φίλο του, και ζήτησε τα ίδια. Τον άφησα πάλι να πάει δίπλα.

Την επομένη, ξανάρχεται, με δυό φίλους του αυτή τη φορά, και χωρίς κάν να με ρωτήσει, μπαίνει μέσα, πάει στην βεράντα και ξαναπηδάει δίπλα στο διαμέρισμα αριστερά.

Εγώ τσατίστηκα πλέον, και αποφάσισα να μην τον ξαναφήσω να μπεί στο σπίτι μου.

Ακριβώς την επόμενη μέρα πάλι, χτύπησε ξανά η πόρτα. Κατάλαβα ότι ήταν ο ίδιος, και δεν άνοιξα. Σε πέντε λεπτά, άκουσα από τη βεράντα μου κάποιους θορύβους. Βγήκα να δώ τι γίνεται, και αντικρύζω τον ίδιο ‘’τύπο’’ με καμιά δεκαριά αυτή τη φορά, να έχουν μπεί στην βεράντα μου από την άλλη μεριά, από το διαμέρισμα στα δεξιά μου, πηδώντας το κάγκελο πάλι, για να περάσουν στο διπλανό αριστερά διαμέρισμα. Πρίν διαμαρτυρηθώ, έχουν ήδη πηδήξει, αφού μου χάλασαν τις μισές γλάστρες με λουλούδια που είχα βάλει με μεγάλη φροντίδα.

Μετά από αυτά, κατέβηκα στο ισόγειο, και βρήκα την κυρία Αγγελική, την διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, για να παραπονεθώ και να ζητήσω εξηγήσεις.

Η κυρία Αγγελική, μου είπε ότι το διπλανό μου διαμέρισμα, το νοίκιασε κάποιος εφευρέτης μηχανικός, και έβαλε μέσα μία συσκευή στην οποία ρίχνεις ένα ΕΥΡΩ και σου βγάζει ένα κοτόπουλο ψητό και ρέστα από 100ευρο. Έχει αμπαρώσει την πορτα από μέσα, και δεν ανοίγει σε κανένα. Επειδή λείπει συνέχεια, έρχονται από την άλλη γειτονιά και μπαίνουν από το δικό μου διαμέρισμα.

Αμέσως, τηλεφώνησα στον σιδερά της γειτονιάς, ήρθε και μου έβαλε ένα ψηλό κάγκελο, από το οποίο δεν μπορούσε να περάσει κανείς. Νόμιζα ο βλάκας ότι ησύχασα….

Την άλλη μέρα το πρωί, ακούω από την βεράντα μου κουβέντες και θορύβους. Βγαίνω έξω, και τι να δώ? Ο ίδιος ‘’τύπος’’, με καμιά εικοσαριά ακόμη, είχαν ανέβει στην ταράτσα, και από εκεί πήδηξαν στην βεράντα μου, για να πάνε δίπλα, όπως και έκαναν. Πάνε και τα υπόλοιπα λουλούδια μου….

Κατά το απόγευμα, όπως προσπαθούσα να συμμαζέψω την βεράντα μου, είδα στο διπλανό αριστερά διαμέρισμα, έναν σιδερά να βάζει κάγκελο όπως αυτό που είχα βάλει εγώ. Εντάξει, σκέφτηκα, αφού έβαλε και αυτός, θα ησυχάσω τώρα, αφού δεν μπορούνε πιά να μπούνε. Και κοιμήθηκα ήσυχος.

Την άλλη μέρα το πρωί, νάτοι πάλι, ο ‘’τύπος’’ παρέα με καμιά δεκαριά, πήδηξαν πάλι από την ταράτσα στην βεράντα μου, θέλοντας να πάνε δίπλα. Δεν μπορούσαν όμως, αφού πλέον υπήρχε το ψηλό κάγκελο. Τους είπα να φύγουν από το σπίτι μου από την πόρτα, αλλά, αυτοί μπήκαν μέσα, θρονιάστηκαν στις πολυθρόνες και τους καναπέδες μου, και μου είπαν ότι δεν πάνε πουθενα, εάν δεν ανοίξει το διπλανό διαμέρισμα. Ήταν και απειλητικοί, οπότε δεν με έπαιρνε να κάνω κάτι.

Κατέβηκα στο περίπτερο της γωνίας, πήρα τηλέφωνο την Αστυνομία και τους είπα τα καθέκαστα. Ο αστυνομικός μου είπε ότι καταλαβαίνει το πρόβλημά μου, αλλά προς το παρόν δεν μπορεί να κάνει τίποτα, γιατί είχε άλλες πιο επείγουσες υποθέσεις.

Γύρισα στο σπίτι μου και όταν μπήκα μέσα, είδα ότι είχαν μαζευτεί καμιά πενηνταριά, μου είχαν αδειάσει το ψυγείο, και είχαν γεμίσει όλους τους χώρους . Ούτε στην τουαλέτα δεν μπορούσα να πάω. Συγχρόνως, είδα στην ζώνη του ‘’τύπου’’ και μια μαχαίρα.

Μετά από αυτά, φοβήθηκα και έφυγα. Ήρθα σε εσένα, φίλε μου, μήπως και μπορείς να με φιλοξενήσεις λίγες μέρες, μέχρι την Πέμπτη που ξαναφεύγω στην πατρίδα μου. Το σπίτι, το έδωσα σε μεσίτη για πούλημα.

Αυτά μου διηγήθηκε ο Δόν Κιχώτης ο φίλος μου. Φυσικά, δεν είχα καμιά αντίρρηση να τον φιλοξενήσω, αφού οι φίλοι στην ανάγκη φαίνονται.

Σκέφτηκα όμως, ότι η γειτονιά του είναι σχετικά κοντά με τη δική μου, οπότε πήρα τηλέφωνο το σιδερά, να έρθει αμέσως, να βάλει καγκελιές και στο δικό μου το σπίτι, και καλού – κακού επιθεώρησα και συντήρησα ‘’μερικά πράγματα’’ που θεωρώ πλέον απαραίτητα…..