Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης 
Εκτός απροόπτου, όπως διαβάζω, θα γίνει σήμερα (28/11) η σύσκεψη υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, των αρχηγών των κοινοβουλευτικών κομμάτων, με θέματα το…
προσφυγικό και το ασφαλιστικό.

Θα μείνω στο δεύτερο θέμα, διότι θεωρώ ότι αυτό αποτελεί τον κύριο λόγο αυτής της μάζωξης, μιας και είναι το μόνο από τα δύο που αποτελεί μνημονιακό μέτρο. Το προσφυγικό (και βεβαίως : το μεταναστευτικό), αποτελεί επίσης πολύ σημαντικό θέμα, όμως, δεν είναι αυτό που από μόνο του θα οδηγούσε σε μια τέτοια συνάντηση, όπως άλλωστε προκύπτει και από τις αντιδράσεις των αρχηγών των κομμάτων στη πρωθυπουργική πρόσκληση, των οποίων η κάθετη αντίθεση και αντίδραση εστιαζόταν ακριβώς στο θέμα του ασφαλιστικού, που εκτός από «καυτό» καθαυτό, είναι και «καυτό» από άποψη πολιτική και κυρίως κομματική.

Για να το θέσω το θέμα ακριβώς στην «καρδιά» του, ο πρωθυπουργός, ζητά «συναίνεση» σ΄ ένα ζήτημα, την οποία συναίνεση είναι βέβαιο ότι δεν θα λάβει, και οπωσδήποτε δεν θα λάβει τόσο από τα κόμματα που άσκησαν κυβερνητική εξουσία την περίοδο 2010-2014 και εφάρμοσαν μνημονιακές πολιτικές, αλλά και από τα υπόλοιπα κόμματα, είτε άσκησαν είτε όχι τέτοιες πολιτικές, το καθένα φυσικά, για διαφορετικούς λόγους.

Και σε ό,τι αφορά τα «μνημονιακά» κόμματα της αντιπολίτευσης, ανεξάρτητα αν άσκησαν κυβερνητική εξουσία ή όχι, η μη συναίνεσή τους εδράζεται τόσο σε μικροκομματικά συμφέροντα, διότι αισθάνονται ότι δεν έχουν κανένα λόγο να συναινέσουν σε κάτι που πρόκειται να τους στείλει εκλογική πελατεία, όσο και, ειδικώς για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, διότι αποτέλεσαν το «σάκο του αντιπολιτευτικού μποξ» όλη τη πενταετία από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, οι οποίοι δεν απέρριπτε απλά πτυχές των μνημονιακών πολιτικών αλλά το σύνολό τους, υποσχόμενοι ότι υπάρχει και «άλλος δρόμος», όπως επίσης διότι, πάλι ειδικώς για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, πώς μπορούν σήμερα να συναινέσουν εναντίον των δικών τους προεκλογικών δηλώσεων, ότι αν τις κέρδιζαν τότε θα έρχονταν και με βεβαιότητα των «τέλος των μνημονίων», θεωρώντας το ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ ως αποκλειστικά υπεύθυνους για το ότι οδηγήθηκε η χώρα σε ένα νέο Μνημόνιο, και επομένως ότι η πολιτική ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στα δύο κόμματα της νυν συγκυβέρνησης, όπως αποκλειστικά ανήκει σ’ αυτά το «προνόμιο» να «πιούν το φαρμάκι μόνοι τους και μέχρι τελευταίας σταγόνας», εφόσον θεωρούν ότι το νέο Μνημόνιο που έφεραν, κατά την έκφραση του συγκυβερνήτη του Πάνου Καμμένου, δεν είναι ένα νέο Μνημόνιο αλλά το τέλος των Μνημονίων.

Όπως και αν έχει το πράγμα, είτε για τους παραπάνω λόγους, είτε για άλλους, ή, και για άλλους, στη σημερινή σύσκεψη ο πρωθυπουργός θεωρώ ότι δεν πρόκειται να πετύχει το στόχο που επιδιώκει.

Όμως, σε ό,τι με αφορά από τη θέση του απλού πολίτη, και νομίζω ό,τι αφορά τον κάθε απλό πολίτη, ιδίως εκείνον που ανήκει στη «Τάξη των Αθλίων» (των Συνήθων Υποζυγίων), ο πρωθυπουργός δεν έχει κανένα λόγο να ζητήσει καμία συναίνεση από κανένα αρχηγό κόμματος.

Αυτό βεβαίως, επιτάσσει ο μικροκομματισμός, όμως υπάρχει και η επιταγή της ίδιας της Δημοκρατίας και της ίδιας της Νομιμότητας.

Κι ακριβώς αυτή τη τελευταία συναίνεση θα έπρεπε να επιδιώκει ο πρωθυπουργός, διότι είναι η Δημοκρατία και η Νομιμότητα που βιάσθηκαν και εξακολουθούν να βιάζονται κατ’ εξακολούθηση, σε βαθμό ώστε να βρίσκονται στα όρια της πλήρους τους αποπληξίας.

Και υπήρξε ακριβώς η υπόσχεση και η καλλιέργεια μεγάλων προσδοκιών που έφερε στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, ακόμα και όσους δεν ψήφισαν τα δύο νυν συγκυβερνώντα κόμματα, σε ό,τι αφορά τον βιασμό της Δημοκρατίας και της Νομιμότητας, ότι δηλαδή, θα λάμβανε τέλος αυτός ο βιασμός, και ότι εν πάση περιπτώσει, θα εφαρμόζονταν μια νέα πολιτική, που περισσότερο από σκληρή θα ήταν δίκαιη στη κατανομή των συνεπειών της, ότι θα σταματούσε αυτή η ληστεία και εν ταυτώ αλητεία της σταθερής επινόησης επιχειρημάτων ώστε να συνεχίζεται η κλοπή και καταλήστευση των εισοδημάτων και της περιουσίας των ίδιων πάντα υποζυγίων, των ΣΥΝΗΘΩΝ ΥΠΟΖΥΓΙΩΝ, δηλαδή των συνταξιούχων και μισθωτών, και μέσω αυτών, μέσω δηλαδή της ύφεσης που μοιραία θα δημιουργούσε, όπως και δημιούργησε, η συρρίκνωση του πραγματικού τους εισοδήματος, θα επλήττετο και ο μικρομεσαίος επιχειρηματικός ιστός της οικονομίας, όπως και έγινε.

Και υπήρξε ακριβώς η υπόσχεση και η καλλιέργεια μεγάλων προσδοκιών που έφερε στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, ακόμα και όσους δεν ψήφισαν τα δύο νυν συγκυβερνώντα κόμματα, σε ό,τι αφορά τον βιασμό της Δημοκρατίας και της Νομιμότητας, ότι δηλαδή, θα εξετάζονταν η νομιμότητα, το επαχθές ή μη, το επονείδιστον ή μη και η βιωσιμότητα του χρέους, αλλά, φευ! το μόνο που έγινε, είναι ότι απλά απομακρύνθηκαν (μέσω των εκλογών) όσοι είχαν πάρει στα σοβαρά εκείνη τη δέσμευση, διότι αν είχε κάποια άμεση χρησιμότητα εκείνη η έρευνα, ήταν ακριβώς να αποτρέψει (στο βαθμό που την αναλογεί -και είναι τεράστιος αυτός ο «βαθμός» σε βαρύτητα επιχειρημάτων) ένα νέο Μνημόνιο, αν και, βεβαίως, υπάρχουν και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές, που είμαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα επέλθουν, ότι πάψει αυτός ο επαναλαμβανόμενος βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας και η  Δικαιοσύνη θα επιληφθεί και μ’ αυτό το ζήτημα.

Και υπήρξε ακριβώς η υπόσχεση και η καλλιέργεια μεγάλων προσδοκιών που έφερε στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, ακόμα κι όταν ψήφισαν το νέο Μνημόνιο, ότι θα εφάρμοζαν ένα «παράλληλο πρόγραμμα», το οποίο είχαν έτοιμο, ώστε «δια της πλαγίας» τελικώς να μην συνεχίζονταν το δράμα της θυσίας μέσω της ληστείας και αλητείας, του αργού θανάτου των ΣΥΝΗΘΩΝ ΥΠΟΖΥΓΙΩΝ, όσο κι αν αυτό, μάλλον καλλιεργήθηκε υπό το κράτος της παραζάλης λόγω της «πυκνότητας» των πολιτικών εξελίξεων που έλαβαν χώρα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, που αφαίρεσε -σκόπιμα βεβαίως- κάθε δυνατότητα νηφαλιότητας.

Όμως, κατά δυστυχίαν τούτου του λαού, για ακόμα μια φορά οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ.

Συνεπώς, ο κ. Αλέξης Τσίπρας, δεν έχει κανένα απολύτως θέμα να συζητήσει στο ζήτημα του ασφαλιστικού, ώστε να ζητά τη «συναίνεση», εκτός από ένα και μόνο ένα : την αποκατάσταση της Νομιμότητας και της Δημοκρατίας, και τον «συγχρονισμό» των μνημονιακών πολιτικών προς τις επιταγές της Δημοκρατίας και της Νομιμότητας.

Ο κ. Τσίπρας, έχει την μεγάλη τύχη, να έχει ως υπουργό αρμόδιο για το ασφαλιστικό, έναν καθηγητή του συνταγματικού Δικαίου, ο οποίος πέντε χρόνια τώρα, μαζί με άλλους έγκυρους συναδέλφους του επίσης του αυτού κομματικού χώρου, βοά (και βοούν) ότι τα Μνημόνια είναι αντισυνταγματικά, ότι η Δημοκρατία μέσω των Μνημονίων έχει καταλυθεί, και βεβαίως, ότι οι περικοπές των συντάξεων, κύριες και επικουρικές, ήταν όλες αντισυνταγματικές ΚΑΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΟΎΝ ΒΑΘΜΙΑΙΑ, όπως άλλωστε και η Δικαιοσύνη, με εντελώς πρόσφατη και τελεσίδικη απόφασή της, ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΟΠΩΣ ΣΕ ΚΑΘΕ «ΚΑΝΟΝΙΚΗ» ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, διατάσσει την αποκατάσταση των συντάξεων στο επίπεδο του 2012! Λοιπόν, ας ερωτήσει γι’ ακόμα μια φορά τον αρμόδιο υπουργό του, που είναι και καθηγητής συνταγματικού δικαίου, τι ακριβώς έλεγε και εννοούσε τότε, και τι εισηγείται σήμερα.

Όπως το βλέπω το πράγμα, μια σύσκεψη των αρχηγών όπως η σημερινή, που θα συζητήσει ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ, κύριες ή επικουρικές αδιάφορο, ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΥΨΟΥΣ (έστω και ενός ευρώ), θα είναι μια σύσκεψη, που στα μάτια τα δικά μου, με βάση όσα έχω επισημάνει παραπάνω, θα είναι μια προσπάθεια «συναίνεσης» στη συνέχεια του βιασμού της Δημοκρατίας και της Νομιμότητας, μια προσπάθεια κατάργησης της ίδιας της λειτουργίας της ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

Θα είναι μια προσπάθεια «συναίνεσης» στη συνέχεια της Αθλιότητας σε βάρος των Συνήθων Υποζυγίων, και βεβαίως υπέρ των Μη-Συνήθων και Μη-Υποζυγιων τούτης της έρημης χώρας.

Αν αυτό επιχειρηθεί, τότε, η ευθύνη του Προέδρου της Δημοκρατίας, και εν ταυτώ προέδρου της άνω συσκέψεως, θα είναι τεράστια ακόμα και στο συμβολικό επίπεδο, στο επίπεδο δηλαδή απλώς να παρίσταται ως άφωνος μάρτυς μιας τέτοιας συζήτησης, που θα προσπαθεί να βρει δικαιολογίες και επιχειρήματα συνέχισης του βιασμού της Δημοκρατίας και της Νομιμότητας, και παράκαμψης της Δικαιοσύνης.

Εδώ η (πολιτική) αφωνία του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν θα είναι δικαιολογήσιμη υπό οποιοδήποτε επιχείρημα. Εδώ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θα πρέπει στεντορεία τη φωνή, αυτοκλήτως, να παραστεί ως συνήγορος της Συνταγματικής Τάξης, της Δημοκρατίας, της Νομιμότητας και της Δικαιοσύνης.

Διότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποτελεί, τουλάχιστον αυτό, την εγγύηση της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος, και δεν θα έπρεπε και δεν πρέπει να γίνονται μπροστά του συζητήσεις που στηρίζονται ακριβώς σε ότι πλήττει τη Δημοκρατία και τη Νομιμότητα.

Και βεβαίως, αγνοώ γιατί σ’ αυτές τις συνεδριάσεις, που απαιτούν ευρύτατες συναινέσεις, δεν καλούνται και οι επικεφΑλείς των δύο άλλων πολιτειακών θεσμών : της Βουλής και των τριών ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας. Πολύ δε περισσότερο, όταν το κύριο θύμα της μνημονιακής λαίλαπας, ήταν η έως πλήρους εξευτελισμού και ευτελισμού εξωθεσμική παρέμβαση των «δανειστών» στη λειτουργία του Κοινοβουλίου, όταν επρόκειτο να ψηφίσει τα Μνημόνια, το PSI και άλλα μνημονιακά νομοθετήματα.

Αλλά, και με αυτό τελειώνω, το ίδιο μεγάλη είναι και η ευθύνη του Προέδρου της Δημοκρατίας, όταν του αποστέλλονται προς υπογραφή διάφοροι νόμοι ή άλλες πράξεις της κυβέρνησης. Το ότι ελέγχει πως υπογράφει κάτι που δεν έρχεται σε σύγκρουση με το Νόμο, αποτελεί ίσως τη μοναδική αλλά και υπέρτατη και πλέον ουσιαστική για τον ίδιο και το λαό αρμοδιότητα.