Σε μία εποχή λεκτικού πληθωρισμού, ο οποίος το μόνο…
που κάνει είναι να επιδεινώνει την κακή μοναξιά, μόνο ο άνθρωπος της προσευχόμενης ειρήνης μπορεί να μιλάει στους άλλους, αν τους δείχνει τον λόγο που έγινε πρόσωπο, το βλέμμα που έγινε παρουσία.

Η σιωπή του θα μιλήσει εκεί που το κήρυγμα δεν κάνει πια τίποτα και το μυστήριό της θα τραβήξει την προσοχή στην αποκάλυψη που έγινε κοντινή, ευκολοπλησιάστη.

Αλλά ακόμα κι όταν ο άνθρωπος που γνωρίζει τη σιωπή μιλάει, ξαναβρίσκει με ευκολία την παρθενική δροσιά του κάθε λόγου. Οι απαντήσεις που δίνει στα ερωτήματα της ζωής ή του θανάτου έρχονται σαν το αμήν της αδιάκοπης προσευχής του.

Προσευχή είναι να σχετίζεσαι φιλικά με τον Θεό. «Ο δε φίλος του νυμφίου, ο εστηκώς και ακούων αυτού». Η ουσία της προσευχής βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό το «εστηκώς και ακούων»: να αφουγκράζωμαι την παρουσία ενός άλλου προσώπου, του Χριστού, ή του ανθρώπου που συναντώ και που με το στόμα του ο Χριστός με ρωτάει.

Η φωνή Του φτάνει σ’ εμένα μέσα από κάθε ανθρώπινη φωνή, το πρόσωπο του προσκυνητή προς Εμμαούς, το πρόσωπο του κηπουρού που συνάντησε η Μαρία η Μαγδαληνή, το πρόσωπο αυτού που βαδίζει δίπλα μου στο δρόμο.

Ο Θεός σαρκώθηκε για να μπορεί ο άνθρωπος να «θεωρεί» το πρόσωπό Του μέσα από κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Η τέλεια προσευχή αναζητεί την παρουσία του Χριστού και την αναγνωρίζει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.

Το μοναδικό πρόσωπο του Χριστού είναι η εικόνα, αλλά οι εικόνες Του είναι αναρίθμητες και αυτό σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι και η εικόνα του Χριστού. Αυτό το αποκαλύπτει η προσευχή.
Πηγή