Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος

Το ζήτημα της ξενομανίας στην τέχνη λοιπόν…

Ένα ζήτημα το οποίο με έχει απασχολήσει προσωπικά πιο εμπεριστατωμένα
τα τελευταία χρόνια όπου ασχολούμαι πιο συστηματικά με την τέχνη.
Διατί παραστάσεις ξενικές προς τις παραστάσεις του τόπου όπου είδαμε
το φώς αυτού του κόσμου, μας είναι πιο αγαπητές απο τις τελευταίες,
τις οποίες μάλλον προσπαθούμε καθημερινά να εκδιώξουμε απο το
συλλογικό κοινωνικό μας ασυνείδητο ; πρόκειται περί συνειδητής
προσπάθειας προερχομένης εκ της ελλειπούς γνώσης της ιστορίας μας ; ,
περί ενός περίεργου «αρχοντοχωριατισμού» όπου προσπαθούμε να κρύψουμε
αυτό που εμείς θεωρούμε ως κάτι άσχημο, ήτοι την ιστορική μας
διαδρομή ανά τους αιώνες ή τέλος πρόκειται περί ενός καλά οργανωμένου
σχεδίου αποκοπής εκ της συλλογικής μνήμης και ψυχής του νήματος
αναμεταξύ παρελθόντος και παρόντος άρα και του υπό συνεχή διαμόρφωση
μέλλοντος , την εκρίζωση αξιών και θεσμών απο το συλλογικό ασυνείδητο,
με σκοπό τον ευκολότερο έλεγχο της νεοελληνικής κοινωνίας προς έναν
άγνωστο για τους πολλούς προορισμό ; Σε τι βοηθά ορισμένους η
εθνοκοινωνική μας αλλοίωση που και η ξενομανία δρά αποφασιστικά ;

Τούτα τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν μονοδιάστατα και με μιά
λέξη ή φράση. Την ξενομανία ως κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό
φαινόμενο, την διατρέχει δίχως άλλο ένα λογικό ασυμβίβαστο αλλά τούτο
το γεγονός της απαξίωσης εώς διωγμού της πατριδοκεντρικής τέχνης ως
συλλογική συμπεριφορά ανάγεται σε πολλά αίτια και λόγους, σε κάποιους
εκ των οποίων θα προσπαθήσω να αναφέρθω στο παρόν κείμενο.

Κατά πρώτης ας δούμε το ζήτημα το οποίον μας απασχολεί
ιστορικοκοινωνικά και το πως ορισμένες συνθήκες επηρέασαν πολύ
συγκεκριμένες συμπεριφορές τις οποίες σήμερα θεωρούμε δυστυχώς
δεδομένες στην τέχνη και στην οποιαδήποτε μορφή της.

Είναι γεγονός πως ο Ελληνισμός στέκει σε μιά περιοχή της υφηλίου, η
οποία δεν θεωρείται και απο τις πλέον σταθερές αναφορικά με τις
γεωπολιτικές εξελίξεις και μετασχηματισμούς διαμέσω των αιώνων. Τούτη
η διαρκής αλλαγή συνόρων, μεγάλων ή μικρών πολέμων, πληθυσμιακών
μετασχηματισμών, και αλλάγων του γεωπολιτικού γίγνεσθαί καθώς και η
μετεξέλιξη προερχομένη εκ των αναγκαστικών ζυμώσεων οι οποίες
συμβαίνουν λόγω τούτων των ανακατατάξεων και μάλιστα με ρυθμούς
αντιστρόφως ανάλογους της αφομίωσης των νέων χαρακτηριστικών της ζωής
και ανάμεσα των και τα νέα στοιχεία της τέχνης κάθε φορά, προσέδωσε
στο φαινόμενο αυτό μιάν αρρωστημένη τάση, μονομανιακή θα έλεγε κανείς
του να προσπαθούμε να στηρίξουμε ολάκερη την ζωή μας συνεχώς «απο
κάπου αλλού» αποκυρήσοντας σχεδόν τα γηγενή στοιχεία, είτε απο άγνοια
των, είτε απο μια σειρά άλλων ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων,
όπως η ανάγκη του να «ανήκωμεν κάπου» ως έθνος, ως κοινωνία, ως άτομα
μιάς και η ψυχοσύνθεση πολλές φορές μιάς ολάκερης κοινωνίας
διακατέχεται απο φαινόμενα τα οποία απαντώνται απο την ατομική
συμπεριφορά , όπως ο μιμητισμός, η ανάγκη ένταξης σε
κοινωνικές/εθνικές ομάδες κ.α.

Όσο περνούν οι αιώνες, βελτιώνονται οι συγκοινωνίες και μικραίνει ο
πλανήτης αναφορικά με την δυνατότητα, το κόστος και την
επικινδυνότητας ενός μεγάλου ταξιδιού, ο ρυθμός εισδοχής νέων
στοιχείων αυξάνεται πολύ και αντίστοιχα μικραίνει η δυνατότητα ή και η
διάθεση αφομοίωσης όλων αυτών των άγνωστων ξενικών στοιχείων ως
προανέφερα.

Αν σε όλο αυτό συμπεριλάβει κάποιος στην γενικότερη θεώρηση του
φαινομένου και το γεγονός της δημιουργίας του νέου ελληνικού κράτους,
απο παλιγγενεσίας και εντεύθεν, ήτοι τους παράγοντες και τις συνθήκες
της δημιουργίας του σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη κατάσταση του
σκοταδισμού που επέβαλε για τους δικούς της λόγους η Οθωμανική
Αυτοκρατορία τόσο εδώ όσο και γενικώς ανά την επικράτεια της, θα
αντιληφθεί έντονα την ιστορική ασυνέχεια αναμεταξύ της κλασσικής μας
Ελλάδας, του Βυζαντίου, της Τουρκοκρατίας και τέλος της δημιουργίας
ενός νεοελληνικού κράτους υπό τις αντίξοες μετεπεναστατικές
οικονομικοκοινωνικογεωπολιτικές, τον Βαυαρισμό και την εισδοχή βιαίως
ξενικών στοιχείων εξουσίας και άρα μοντέλων πολιτικής, κοινωνίας και
τέχνης, παντελώς εκτός της μέχρι τότε Ελληνικής πραγματικότητος κλπ,
συνθήκες εκ των οποίων και απο τις οποίες εδημιουργήθει το νεοσύστατο
και αενάως «είς βρεφικήν ηλικίαν» νεοελληνικό κράτος – προτεκτοράτο.

Αυτό το γεγονός θεωρώ πως είναι και το κλειδί της ξενομανίας στην
Ελλάδα των μετεπαναστατικών χρόνων σε όλες της τις εκφάνσεις και
ιδιαίτερα στην τέχνη η οποία αναγκαστικώς ακολούθησε την κοινωνική,
πολιτική, οικονομική εξέλιξη του τόπου.

Η ξενομανιακή τάση της οποίας το φάντασμα πλανάται ακόμη έπειτα απο
διακόσια ολόκληρα χρόνια απο τότε, επάνω στην νοοτροπία η οποία
διαμορφώθηκε ακολουθεί και επηρεάζει καθημερινά και πολυεππίπεδα την
κοινωνική, καλλιτεχνική και γενικότερα όλα τα φαινόμενα της ζωής,
εξάλλου όπως τονίζω παντού και πάντα, όλα μας τα προβλήματα είναι
αποτέλεσμα νοοτροπίας εκ της οποίας προέρχεται η όποια κακή διαχείριση
των οικονομικών μας θεμάτων, υποστηρίζωντας πάντοτε πως και η
σημερινή μας κρίση είναι απολύτως πνευματική και οχι οικονομικής
φύσεως, μιάς και η οικονομία είναι το πρώτο επίππεδο το αντιληπτό απο
τον πάσα έναν.

Η αναζήτη λοιπών νέων προτύπων σε μιά κοινωνία η οποία προσπαθεί εδώ
και δύο αιώνες να επανεύρει την Ελληνικότητα της, οδήγησε την χώρα
αυτή σε έναν άκρατο μιμητισμό, μιά απέλπιδα προσπάθεια να επανεύρει
αυτός ο τόπος το δικό του στίγμα αναμεταξύ των κοινωνιών και των
εθνών, ακολουθώντας όμως τον εύκολο δρόμο της απλής αντιγραφής
κακοχωνεμένων ιδεών και προτύπων εκ της Εσπερίας προσπαθώντας είτε απο
άγνοια είτε απο σχέδιο , είτε απο φυγόπονο στάση να απεμπολεί την
πραγματική της ιστορία μετατρεπόμενη σε θιασώτη, καταστάσεων και
σχημάτων τα οποία απλώς μεταφέρθηκαν εδώ, πρότυπα τα οποία ουδεμία
σχέση μπορούν να έχουν με την εδώ πραγματικότητα. Πρότυπα τα οποία
δημιουργήθηκαν αλλού εξυπηρετώντας τις εκεί συνθήκες και μεταφέρθηκαν
εδώ είτε απο τους απλού γηγενείς μιμητές οι οποίοι θεώρησαν πως τα εν
λόγω πρότυπα και σχήματα είναι κάτι ανώτερο της εδώ πραγματικότας,
είτε απο τους ξένους οι οποίοι μετεγκαταστάθηκαν εδώ και έφεραν
κομμάτια της δικής τους κοινωνίας μπολιάζοντας έτσι την νεοελληνική
κατάσταση, που παρά τις προσπάθειες παρέμειναν και παραμένουν ακόμη
ξενικά και άρα μη αφομοιώσιμα.

Η Ελλάς λοιπόν, χώρος σταυροδρόμι των πολιτισμών επηρεάστηκε βαθιά απο
ανατολή και δύση χωρίς πολλές φορές να μπορεί να αφομοιώσει τις
επιρροές, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την εκδίωξη απο το συλλογικό
ασυνείδητο βιαίως συνήθως, των γηγενών παραστάσεων και προτύπων,
χάριν της έντονης ανάγκης ένταξης της σε μεγαλύτερους
εθνοκοινωνικούς κύκλους, φαινόμενο το οποίον ονομάστικε εύσχημα ως
«εκμοντερνισμός».

Βιαίως ή με λιγότερο προφανές τρόπο, ο «εκμοντερνισμός» δεν είναι
πάντοτε ένα θετικό φαινόμενο για μιά ολόκληρη κοινωνία και μάλιστα μιά
κοινωνία η οποία αγνοεί βασικές πτυχές του δικού της ιστορικού
παρελθόντος, αφέθηκε στην άγνοια και το χειρότερο διαμόρφωσε ένα
σύστημα της παιδείας ακολουθώντας δουλικές επιταγές της κεντρικής
πολιτικής εξουσίας κάτι που την οδηγεί ολοένα και περισσότερο έξω απο
τον ίδιο της τον εαυτό.

Διατί να παριστάνουμε κάτι το οποίον δεν είμεθα ; διατί να ζούμε την
ζωή ενός άλλου θεωρώντας πως αυτή είναι η πραγματική ζωή ενώ ουδεμία
αυτή σχέση έχει με την δική μας ιδιοσυγκρασία ; διατί να μας έχουν
δώσει έναν χαλασμένο καθρέπτη κατά Περικλή Γιαννόπουλο, ήτοι μιά
ιστορία γραμμένη απο τους ξένους για εμάς, με αποτέλεσμα να έχουμε
στρεβλή εικόνα για τον ίδιο μας τον εαυτό ;

Όλα τούτα τα ερωτήματα και πολλά περισσότερα, δύνανται να απαντηθούν
μόνον διαμέσω της ανάληψης της προσωπικής μας ευθύνης για τα πράγματα,
της μελέτης της δικής μας ιστορίας όπως πραγματικά είναι και της
προσπάθειας επανασύνδεσης του δικού μας ιστορικού παρελθόντος με το
δικό μας ιστορικό παρόν και μέλλον. Ας τονιστεί ως τελευταία
παρατήρηση δε πως τόσο η ξενομανία όσο και η ξενοφοβία προέρχονται εκ
της βαθιάς άγνοιας της ιστορίας και της ιστορικής ταυτότητας η οποία
καθορίζεται απο αυτήν. Η κατάσταση μας κρίνεται βαριά αρρωστημένη και
είναι τέτοια διότι θεωρούμε πως όλα βαίνουν καλώς.

Εμπρός προς την Ελληνικήν Αναγέννησιν.