Ιερέας στην ενορία του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας (υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο), στην πόλη Κρίστιανσαντ, στη νότια Νορβηγία, βρέθηκε το καλοκαίρι στη Λέσβο στο πλευρό του παπα-Στρατή στην Καλλονή, του «Καλού…

 

Σαμαρείτη της Ελλάδας», όπως τον είχε ονομάσει η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ.

Και όταν τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο παπα-Στρατής έχασε τη μάχη για τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο, ο π. Χριστόφορος Σουφ, ανέλαβε συντονιστής του καταυλισμού που έχει η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στη Σκάλα Συκαμνιάς.

Τον βοηθά το ότι μιλά άπταιστα ελληνικά, αγγλικά και αραβικά και αποτελεί τον σύνδεσμο των προσφύγων με τις ελληνικές Αρχές.

«Περάσαμε δύσκολες στιγμές. Κάθε θάνατος ήταν και δικός μας θάνατος.

Μπροστά στην απώλεια, κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος», λέει στο «Εθνος» και θυμάται με φωνή που σβήνει την ιστορία ενός ζευγαριού από το Αφγανιστάν που έφτασαν στη Σκάλα Συκαμνιάς, αφού είχαν κολυμπήσει για 3 ώρες και αναζητούσαν το 4χρονο παιδί τους.

Ο π. Χριστόφορος πήγε με τον πατέρα στο λιμενικό, εξήγησε τι είχε συμβεί, περιέγραψε τι φορούσε το παιδί και αμέσως ξεκίνησαν οι αναζητήσεις.

Η σορός του μικρού εντοπίστηκε λίγο αργότερα στις τουρκικές ακτές και η μητέρα κατέρρευσε. «Ολοι καταρρεύσαμε. Στο άκουσμα κάθε θανάτου, ειδικά παιδιού, φέρνω στο νου τα δικά μου παιδιά, τα τρία μικρά κορίτσια μου», αναφέρει.

Η ιστορία του π. Χριστόφορου έχει πολύ ενδιαφέρον και βασίζεται στην αγάπη για τον άνθρωπο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της Καλιφόρνιας, το Σακραμέντο, αλλά στα 18 του χρόνια έφυγε για το Μεξικό και εντάχθηκε στους κόλπους μιας οργάνωσης που βοηθούσε άπορους και άστεγους.
 
Εκεί γνώρισε τη σύζυγό του, Μαρία, νορβηγικής καταγωγής, ορθόδοξη στο θρήσκευμα, η οποία και τον πήρε μαζί της στην πατρίδα της.

Χάρη στη γυναίκα του έγινε χριστιανός ορθόδοξος, ο μέχρι τότε Κρίστοφερ Μάικλ έγινε Χριστόφορος Σουφ -πήρε το επίθετο του Γερμανού προπάππου του- και πριν από 14 χρόνια πήγε στη Λέσβο, στην Ιερά Μονή Αγίου Ιγνατίου, γνωστή ως Μονή Λειμώνος στην Καλλονή.

Συμπαραστάτης

«Ο Θεός θέλησε η ταπεινότητά μου να βοηθά τους φτωχούς, τους ανήμπορους, τους πρόσφυγες», μας λέει και συμπληρώνει πως ακόμη και οι πιο θρησκευόμενοι μουσουλμάνοι που φτάνουν στο νησί, του φιλούν το χέρι, αγγίζουν τον μεγάλο ξύλινο σταυρό που φορά στο στήθος και σκύβουν το κεφάλι από σεβασμό στην ιεροσύνη.

«Θυμάμαι έναν ηλικιωμένο Σύρο που μόλις τον βγάλαμε από τη θάλασσα, μου φιλούσε το χέρι. Ξανά και ξανά. Εγώ στέκομαι πάντα λίγο πιο πίσω, γιατί δεν θέλω να προκαλεί η παρουσία μου.
 
Είμαι εκεί ως διερμηνέας, ως συμπαραστάτης, η ιδιότητα του ιερέα έρχεται δεύτερη. Αλλά ποτέ δεν είχα πρόβλημα, αντίθετα όλοι μου μιλούν με σεβασμό και με εμπιστεύονται», προσθέτει.

Σε λίγες μέρες ο π. Χριστόφορος θα αναχωρήσει για τη Νορβηγία, για να δει τη σύζυγό του και τις τρεις κόρες του. Στη συνέχεια όλοι μαζί θα πάνε για τις γιορτές των Χριστουγέννων στο Σακραμέντο και τη νέα χρονιά θα επιστρέψει στη Λέσβο.

«Θα μείνω όσο χρειαστεί, όσο η θάλασσα φέρνει ταλαιπωρημένο κόσμο, εμείς θα είμαστε εκεί, ένα φως και μια ελπίδα στη στεριά που πατούν», λέει.

ΠΗΓΗ: ethnos.gr