Ο καρκίνος του νεφρού ή νεφροκυτταρικό καρκίνωμα είναι η τρίτη συχνότερη…
κακοήθεια του ουροποιητικού συστήματος. Εμφανίζεται συχνότερα σε άντρες, συνήθως στην έκτη και έβδομη δεκαετία της ζωής. Επίσης, τα τελευταία 20 χρόνια, η συχνότητα του καρκίνου του νεφρού έχει αυξηθεί κατά 68%. Από μελέτες που έχουν γίνει, φαίνεται ότι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα να δημιουργηθεί ο καρκίνος του νεφρού είναι: Κάπνισμα, παχυσαρκία, υψηλή αρτηριακή πίεση, διατροφή, οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του νεφρού και αιμοκάθαρση.

Μελέτη ωστόσο που έγινε από Σουηδούς επιστήμονες σε 61.000 γυναίκες ηλικίας 40 έως 76 ετών, έδειξε ότι η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών έχουν θετική δράση έναντι του καρκίνου του νεφρού

Οι Σουηδοί επιστήμονες εξέτασαν τις διατροφικές συνήθειες των γυναικών για 14 συνεχή χρόνια. Οι ερευνητές δεν αρκέσθηκαν μόνο στο να εξετάσουν τη συνολική κατανάλωση των γυναικών σε φρούτα και λαχανικά, αλλά ανέλυσαν και την επιρροή του κάθε φρούτου και λαχανικού που κατανάλωναν.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά αναφορικά με την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και την επίδραση τους ως προς την εμφάνιση καρκίνου του νεφρού.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι γυναίκες που έτρωγαν μπανάνες 4 έως 6 φορές την εβδομάδα, είχαν 50% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του νεφρού ενώ, όσες έτρωγαν τακτικά καρότα και παντζάρια, παρουσίαζαν μείωση του κινδύνου από 50%-60%.

Εκτός από τις μπανάνες, τα καρότα και τα παντζάρια, φάνηκε ότι μειώνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του νεφρού και το λάχανο, το αγγουράκι και το μαρούλι.

Όπως παρατήρησαν οι επιστήμονες, η συνολική κατανάλωση φρούτων και λαχανικών δεν επηρέαζε τον κίνδυνο προσβολής από τον καρκίνο του νεφρού και αυτό σημαίνει ότι συγκεκριμένα είδη φρούτων και λαχανικών έχουν ιδιότητες καταστολής. Ωστόσο, δεν ήταν δυνατή η εξέταση όλων, καθώς στη Σουηδία κάποια φρούτα και λαχανικά είτε δεν υπάρχουν ή δεν είναι δημοφιλή όπως τα σταφύλια, τα μούρα, τα αχλάδια και τα δαμάσκηνα.

Παρατήρησαν επίσης ότι η μεγάλη κατανάλωση χυμών δεν βοηθούσε στην πρόληψη του καρκίνου του νεφρού αλλά αντίθετα, βρέθηκε να προσδίδει μεγαλύτερο κίνδυνο, κάτι για το οποίο οι επιστήμονες θεωρούν ότι χρήζει περαιτέρω μελέτης.
Πηγή