13 Νοεμβρίου 1985,Κολομβία. Το ηφαίστειο Νεβάδο ντελ Ρουίς που οι βρυχηθμοί…
του είχαν γίνει τους τελευταίους μήνες συνήθεια για τους κατοίκους των γειτονικών πόλεων και χωριών αποφάσισε να ξυπνήσει για τα καλά όταν οι άνθρωποι είχαν πέσει για ύπνο αργά το βράδυ.

Η λάβα θα ξεχυθεί προς όλες τις κατευθύνσεις ενώ με την τήξη τα χιόνια θα λιώσουν δημιουργώντας απότομα ποτάμια νερού. H πόλη Αρμέρο, σε απόσταση 96 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από την πρωτεύουσα Μπογκοτά, θάβεται κάτω από τόνους λάσπη όταν πλημμυρίζει ο ποταμός Λα Λαγκουνίγια, ο οποίος έχει δεχτεί ένα τεράστιο όγκο από λάσπη, βράχια, τέφρα και χώματα.

Η 13χρόνη μαθήτρια Omayra Sanchez η οποία ζούσε στην Αρμέρο μαζί με τους γονείς της, τον αδελφός της και την θεία της ξύπνησε όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας από την έντονη μυρωδιά του θείου. Στάχτες έπεφταν από τον ουρανό ενώ η γη έτρεμε. Η μητέρα της, Maria Aleida, είχε φύγει από την προηγούμενη για δουλειές στην Μπογκοτά. Την πρωτεύουσα που εκείνο το διάστημα ήταν στο στόχαστρο των ανταρτών που επιδίωκαν την ανατροπή του προέδρου. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ενώ το ηφαίστειο είχε δείξει έντονη δράση από τις αρχές Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση και ο στρατός δεν κινητοποιήθηκαν ώστε να απομακρύνουν τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Αποτέλεσμα, 23.000 νεκροί στην φονικότερη έκρηξη ηφαιστείου του 20ου αιώνα σε όλο τον πλανήτη.
Ένας πιλότος που πέταξε λίγο μετά το χάραμα της 14ης Νοεμβρίου μεταφέρει προς το κέντρο ότι «το Αρμέρο μοιάζει με μία γιγάντια λασπώδη παραλία». Το έργο των συνεργείων διάσωσης είναι εξαιρετικά δυσχερές, καθώς οι κατολισθήσεις που προκάλεσε η έκρηξη έχουν φράξει αρκετά ποτάμια και έχουν προκαλέσει τρομακτικές πλημμύρες. Και οι πέντε γέφυρες του Αρμέρο έχουν σαρωθεί από το κύμα της λάσπης, ενώ ο δρόμος που οδηγεί στην πόλη έχει καλυφθεί και αυτός με λάσπη που σε πολλά σημεία το ύψος της ξεπερνά τα τέσσερα ή και τα πέντε μέτρα. Η ηλεκτροδότηση και οι τηλεπικοινωνίες έχουν διακοπεί ενώ και τα ελικόπτερα δυσκολεύονταν να πετάξουν πάνω από την πληγείσα περιοχή εξαιτίας της αιωρούμενης τέφρας.

Το ξημέρωμα βρήκε την μικρή Omayra εγκλωβισμένη κάτω από μία τσιμεντένια πλάκα του σπιτιού της καθώς και άλλα συντρίμμια που δεν της επέτρεπαν να βγει. Οι διασώστες που την εντόπισαν από το χέρι της που προεξείχε, καθάρισαν αμέσως τα μπάζα για να την απεγκλωβίσουν όμως αυτό ήταν αδύνατο καθώς το σώμα της από την μέση και κάτω ήταν εγκλωβισμένο κάτω την βαριά τσιμεντένια πλάκα. Η κατάσταση γινόταν χειρότερη καθώς η στάθμη από τα λασπόνερα ανέβαινε δραματικά. Σε κάθε προσπάθεια απεγκλωβισμού της το νερό ανέβαινε και μερικά εκατοστά. Για να την κρατούν σταθερά στην επιφάνεια τοποθέτησαν ένα σωσίβιο γύρω από το σώμα της. Δύτες που προσπάθησαν να λύσουν το μυστήριο βούτηξαν και ανακάλυψαν ότι το κάτω μέρος του σώματος της ήταν παγιδευμένο κάτω από μία πόρτα φτιαγμένη από τούβλα ενώ τα πόδια της ήταν σφιχταγκαλιασμένα από τα χέρια της νεκρής θείας της.

Δύο ημέρες μετά την έκρηξη του ηφαιστείου έφθασε από την Νέα Υόρκη στην Αρμέρο ο φωτογράφος Frank Fournier. Αν και η Μποκοτά απείχε λιγότερο από 100 χιλιόμετρα χρειάστηκε να ταξιδέψει πέντε ώρες με το αυτοκίνητο και άλλες δυόμιση πεζός για να προσεγγίσει την περιοχή. Συγκλονισμένος από το μέγεθος της καταστροφής έβγαλε την μηχανή του και άρχισε να φωτογραφίζει. Τότε ήταν που τον πλησίασε ένας χωρικός και του μίλησε για την περίπτωση ενός κοριτσιού που ήθελε βοήθεια, την Omayra. Για το τι ακριβώς αντίκρισε στο συγκεκριμένο σημείο μίλησε στο BBC το οποίο πριν από μερικά χρόνια του ζήτησε να ανακαλέσει στην μνήμη του τις στιγμές της φωτογράφισης που του χάρισαν το κορυφαίο βραβείο στα World Press Photo του 1986. «Στο σημείο που ήταν η Omayra, μια μεγάλη λακούβα, υπήρχαν τριγύρω εγκλωβισμένοι και άλλοι άνθρωποι. Άκουγα τις κραυγές τους για βοήθεια και μετά μία σιωπή, μία απόκοσμη σιωπή. Από πάνω ο θόρυβος από τα ελικόπτερα μίας πετρελαϊκής εταιρείας που είχαν καταφθάσει για να βοηθήσουν.

Γύρω από την Omayra είχε μαζευτεί μία ομάδα ανθρώπων που όμως δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι διασώστες αυξάνονταν μαζί με κάποιους που παρείχαν ιατρική βοήθεια αλλά και κάποιους αγρότες που προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν. Όταν τράβηξα τις φωτογραφίες αισθάνθηκα εντελώς ανίσχυρος απέναντι σε αυτό το μικρό κορίτσι που αντιμετώπιζε τον θάνατο με θάρρος και αξιοπρέπεια. Μπορεί και να ένιωθε ότι η ζωή της κόντευε στο τέλος.
Εγώ πάλι ένιωθα ότι το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω ήταν μέσα από τις φωτογραφίες μου να περάσω το κουράγιο, την δυστυχία και την αξιοπρέπεια αυτού του κοριτσιού ελπίζοντας να κινητοποιήσω τον πλανήτη ώστε να βοηθήσουν αυτούς που είχαν σωθεί. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να ενημερώσω τι είχε βιώσει αυτό το κορίτσι σχεδόν 60 ώρες παγιδευμένο μέσα στην λάσπη.


Μετά από ένα στάδιο η Omayra άρχιζε να παρουσιάζει παραισθήσεις. Με ρώτησε αν μπορούσα να την πάω σχολείο επειδή φοβόταν ότι θα έχανε το μάθημα. Παρέδωσα το φιλμ σε κάποιους φωτογράφους που επέστρεφαν στο αεροδρόμιο με σκοπό να φτάσει στον πρακτορείο μου στο Παρίσι. Η Omayra “έσβησε” τρεις ώρες αργότερα».
Λίγες ώρες πριν την φωτογράφιση του Fournier την είχε μαγνητοσκοπήσει και η κρατική τηλεόραση της Ισπανίας όπου παρ όλη την ταλαιπωρία της είχε την δύναμη να ρωτήσει από ποιόν σταθμό είναι και να στείλει μήνυμα στην μητέρα της ότι την αγαπάει. Τις τελευταίες στιγμές της ζήτησε από τον κόσμο να την αφήσουν ήσυχη. Πιθανότερες αιτίες για τον θάνατο της φέρεται να ήταν η υποθερμία και η γάγγραινα.
Και εκείνη την περίοδο αλλά και χρόνια μετά συζητήθηκε έντονα γιατί οι αρχές δεν κατάφεραν να απεγκλωβίσουν τόσο την 13χρόνη όσο και τους χιλιάδες άλλους που είχαν παγιδευτεί στα ερείπια και την λάσπη. Όπως παραδέχτηκε ο τότε υπουργός Άμυνας Miguel Uribe η Κολομβία ήταν μία υπανάπτυκτη χώρα η οποία δεν διέθετε τον κατάλληλο εξοπλισμό για τέτοιες περιπτώσεις. Η αλήθεια είναι ότι οι αρχές της χώρας που διέθετε εκείνη την περίοδο στρατό και αστυνομία μεγέθους 160.000 ανδρών υποτίμησε το μέγεθος της καταστροφής με αποτέλεσμα στους απεγκλωβισμούς να προσπαθούν κυρίως εθελοντές και μερικά συνεργεία του Ερυθρού Σταυρού ενώ αναξιοποίητη έμενε και η περισσότερη βοήθεια η οποία έφθανε από το εξωτερικό.

Στο επίκεντρο των επιθέσεων βρέθηκε και ο Fournier μετά από την δημοσίευση της φωτογραφίας της Omayra με τα βαθυκόκκινα μεγάλα μάτια της. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον αποκάλεσαν «γύπα» και ρωτούσαν γιατί δεν έκανε κάτι να την βοηθήσει.
«Είμαι πολύ σαφής για το τι κάνω και πως το κάνω, και προσπαθώ να κάνω την δουλειά μου με τόση ειλικρίνεια και όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια. Πιστεύω ότι η φωτογραφία βοήθησε να συγκεντρωθούν χρήματα από όλο τον κόσμο ως παροχή βοήθειας καθώς καθώς και να προβληθεί η ανικανότητα και η έλλειψη θάρρους των ηγετών της χώρας. (…) Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες Omayra σε όλο τον κόσμο – σημαντικές ιστορίες για φτωχούς και αδύναμους – και οι φωτορεπόρτερ είναι εκεί για να δημιουργήσουν τις γέφυρες και να γίνουν γνωστές οι ιστορίες τους» ήταν η απάντηση του Fournier.

H μητέρα της που βρέθηκε ξανά πριν από λίγες ημέρες στον τόπο της τραγωδίας με αφορμή την συμπλήρωση 30 χρόνων από το συμβάν ανάφερε ότι βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει καθώς είχε να μεγαλώσει τον αδελφό της Omayra – τον μόνο που διασώθηκε από την οικογένεια έχοντας χάσει ένα δάχτυλο από το πόδι του – και ότι περιμένει την στιγμή που ο Θεός να την φέρει κοντά στην μικρή της κόρη.


Πηγή