«Η μάνα μου με μάλωνε συνέχεια για τα τρίμματα στις τσέπες. Ηταν κάθε λογής. Είχε ακόμα και τσόφλια από μασημένο πασατέμπο, ενώ στα χαϊλίκια μας, είχε και από φιστίκια. Τα τελευταία κυρίως στα τοπικά ντέρμπι με Νεάπολη…

 

ή Αλσούπολη. Πραγματικά δεν υπάρχει τώρα που το σκέφτομαι, ότι όταν με ρωτούσε ο θείος Τάκης εάν ήθελα να πάμε στον Παναθηναϊκό ή την Ελευθερούπολη, απαντούσα με ενθουσιασμό το δεύτερο. Ελα όμως που στα επτά μου το γήπεδο του «Ικάρου» έμοιαζε με το «Γουέμπλεϊ» και ας αγνοούσα την ύπαρξη του αγγλικού ναού.

Δεν ήταν τελετουργία. Ξέφευγε στα όρια της μυσταγωγίας. Ο πατέρας δούλευε και ο θείος Τάκης είχε εξελιχτεί σε μία μυθική θεότητα του ποδοσφαίρου. Τερματοφύλακας στα νιάτα του, δεν μπορώ να καταλάβω που έβρισκε το κουράγιο, το γούστο να μας μαζεύει τρία πιτσιρικά (με τα δύο ξαδέρφια μου) και να τρέχουμε στα ξερά όλης της Αθήνας. Και τα πράγματα δεν ήταν ήρεμα. Μας έχουν κυνηγήσει στον Ολυμπιακό Λιοσίων μέχρι το Ιλιον και μετρήσαμε σπασμένα παρμπρίζ στα Ταταύλα (εξωτικές περιοχές για μένα εκείνη την εποχή).

«Μικρά είναι τώρα να μην πληρώσουν μωρέ» έλεγε ο μπάρμπας μας και κρατούσε τα λεφτά για μέσα. Εκεί που με το που άνοιγε το μαύρο SANYO τρανζιστοράκι για την περιφερειακή ενημέρωση, έσκαγε ο αγαπημένος μου άνθρωπος. Κάθε περιοχή είχε τον δικό της ήρωα. Γραφικές μούρες όλοι πανάθεμα τους. Αλλού ήταν ο Τσάκα Τσούκας, αλλού ο Μπάμπης, σε μας ο Κούκας. «Σάμαλι, κωκ, πασατέμπο» φώναζαν με βραχνάδα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί όλοι οι πλανόδιοι ήταν τενόροι. Κάθε Κυριακή τόση λαχτάρα δεν περιγράφεται. Τρέλα για μπάλα και γλυκό. Την έχετε νιώσει σίγουρα οι περισσότεροι μεγαλωμένοι στα 80s, δική μου γενιά δηλαδή, άντε και στα 90s που κάτι προλάβατε. Για να μην πιάσουμε τους πιο παλιούς…

Μεγαλώνοντας δεν άλλαξαν πολλά. Μόνο που μπήκε λίγο καφριλίκι στη ζωή μας. Γυμνάσιο, λύκειο, εκδρομές εκτός έδρας στα κρυφά με κλεμμένα φράγκα από το πορτοφόλι της γιαγιάς (σ.σ.: με έπιασαν μία φορά επειδή είχα συμπληρωμένο όλο το άλμπουμ με τα χαρτάκια. «Πως βρήκες τόσα λεφτά Γιώργο;»). Λαμογιές, αλητείες, τρεξίματα, αλλά πάντα αυτή η Κυριακή. Το ποδοσφαιρικό όνειρο μας. Τι πράμα ήταν τότε η «Αθλητική Κυριακή»! Τέτοια προσμονή ούτε σε πρώτο ραντεβού. Ηταν φυλακτό. Επρεπε να δω όλα τα γκολ, να ξέρω με επιχειρήματα, καθώς την Δευτέρα στο σχολείο όφειλα να μαλώσω, υπερασπιζόμενος την ομάδα μου.

Κάμποσο αργότερα με την ιδιωτική τηλεόραση ήρθε το θαύμα. Δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά κάτι τόσο τέλειο όσο ήταν τότε η εκπομπή «Λεπτό προς Λεπτό» στο Mega. Τέτοια ποδοσφαιρική βόλτα δεν μπορεί να γίνει ούτε από τα πλέον σύγχρονα media σε high definition μεταφορά. Δεν είναι η εικόνα τελικά, αλλά το συναίσθημα που βγάζει κάθε τέτοια ιστορία. Γηπεδικός γεννήθηκα, τέτοιος μεγάλωσα, αλλά το 2005 συνέβη το παράδοξο. Καθώς ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη μπάλα, δεν μπορούσα να την βλέπω από κοντά. Τα Σαββατοκύριακα έγιναν δουλειά και η ενασχόληση με τα διεθνή μαγεία και βραχνάς μαζί. Απλά δεν μπορούσα να βρεθώ στην εξέδρα, μιας και είχα full time στο γραφείο. Μόνο που πλέον έπιανα τον εαυτό μου να μην πολυνοιάζεται, να μην λυπάται με αυτό.

Η μπάλα στην Ελλάδα έπαυε να με συγκινεί. Σίγουρα έπαιξε το ρόλο του ότι αποκτούσα overdose από φοβερές παραστάσεις από Αγγλία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία. Δεν ήταν το ίδιο εύκολο να στηθώ για ένα 90λεπτο Πανιώνιος – Λεβαδειακός (τυχαίο το παράδειγμα). Ο λόγος του ξενερώματος ήταν πιο σοβαρός και αποκαρδιωτικός. Ηταν αυτό που έγινε στη Λεωφόρο το Σάββατο, αυτό που έχει γίνει τόσες φορές σε όλα τα ελληνικά γήπεδα. Δεν μιλάω για τα επεισόδια. Οποιος γνωρίζει από ποδοσφαιρική ιστορία ξέρει ότι τέτοια γίνονταν και στα καλά χρόνια του αθλήματος στα μέρη μας.

Είναι η αίσθηση της σαπίλας που σου αφήνει πλέον. Οτι κάποιος κυβερνάει, ορίζει τα πάντα. Δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένη ομάδα. Σήμερα είναι αυτή, πιο παλιά ήταν άλλη και ούτω καθ» εξής. Και από κοντά οι κάθε κάφροι να τσιμπάνε το τυράκι και χωρίς να το καταλαβαίνουν να γίνονται πιόνια στο παιχνίδι που νομίζουν ότι πολεμάνε. Αυτοί είναι που σε διώχνουν ακόμα πιο μακριά.

Ο Διονύσης, ο μπέμπης του φίλου μου του Φράγκι, θέλει να πηγαίνει στην ΑΕΚ. Τον έχει πάει ο πατέρας του και γουστάρει. Μπορεί να τον πάρει ίσως με τον Πανθρακικό ή τον Παναιτωλικό. Στα πιο μεγάλα ο κάθε Φράγκι αυτής της ιστορίας θα πάει μόνος του. Φοβάται. Και όταν τον ρωτάει ο μικρός, δεν ξέρει πως να του απαντήσει. Πως να του το εξηγήσει. Αλλωστε μήπως ξέρει κανείς μας το γιατί; Μήπως κατάλαβε τι συμβαίνει; Μήπως ακόμα και εκείνοι που νομίζουν ότι είναι με τους εκάστοτε νικητές, μπορούν να πάρουν χαμπάρι πόσο χαμένοι είναι;

Και κάπως έτσι απομένουμε εμείς και οι περισσότεροι από εσάς να αναρωτιόμαστε: Ποιος ήταν διάολε εκείνος που μας έκλεψε την Κυριακή μας; Ποιος συνεχίζει να το κάνει; Και γιατί το ανεχόμαστε; Δεν ξέρω για εσάς και ειδικά τους πιο πιτσιρικάδες, αλλά εγώ μεγαλώνοντας και ποδοσφαιρικά καταλήγω να έχω ευαγγέλιο μία παράγραφο από «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» του Εδουάρδο Γκαλεάνο:

«Πέρασαν τα χρόνια και κατέληξα να αποδεχτώ την ταυτότητά μου. Δεν είμαι τίποτα παραπάνω παρά ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου. Περιφέρομαι στον κόσμο με το καπέλο στο χέρι και παρακαλάω στα γήπεδα: “ο θεός να σας έχει καλά, ένα καλό παιχνίδι”. Και όταν παίζεται καλό ποδόσφαιρο, είμαι πανευτυχής για το θαύμα, χωρίς να νοιάζομαι ποια είναι η ομάδα ή η χώρα που το παίζει»!

ΥΓ.: Πόσο αστείο και ειρωνικό μου φαίνεται ότι πλέον ασπάζομαι αυτό που κορόιδευα. Τότε που άκουγα τους πιο μπαρμπάδες να υποστηρίζουν ότι η δική τους εποχή ήταν καλύτερη από τη σημερινή. Αλήθεια, πια δεν έχω επιχειρήματα να τους αντικρούσω. Ισως επειδή γίνομαι κι εγώ σαν και εκείνους. Ισως πάλι να έχει πράγματι να κάνει με τις εποχές…»

Το άρθρο του Γιώργου Καραμάνου δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα gazzetta.gr