Μέχρι να φτάσουμε στο χειμώνα , ερχόμαστε αντιμέτωποι…
με διάφορες ιώσεις και κρυολογήματα που μας ταλαιπωρούν με συμπτώματα όπως το συνάχι, ο βήχας, ο πονόλαιμος, ο πυρετός κ.α. Έχετε σκεφτεί ότι αυτά τα συμπτώματα μπορεί να μην είναι και τόσο αθώα;

Τότε κάνουμε λόγο για σοβαρότερες περιπτώσεις, όπου τα μικρόβια καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι και τους πνεύμονες. Ο λόγος για τις λοιμώξεις του αναπνευστικού.
Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα παθήσεων, από το κοινό κρυολόγημα μέχρι την πνευμονία και διακρίνονται σε δυο κατηγορίες, του ανώτερου και του κατώτερου αναπνευστικού, οι οποίες χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης.

Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού αφορούν τον ρινικό βλεννογόνο, το φάρυγγα, το λάρυγγα, τις αμυγδαλές, την τραχεία, προκαλώντας παθήσεις που αντίστοιχα ονομάζουμε ρινίτιδα, φαρυγγίτιδα, λαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα και τραχειοβρογχίτιδα.
Οι λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού αφορούν τους πνεύμονες. Πρόκειται για σοβαρά νοσήματα, που συνήθως οφείλονται σε μικρόβια και όχι σε ιούς, είναι δηλαδή μικροβιακές λοιμώξεις
Ένα από τα κύρια συμπτώματα της λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος είναι συνήθως ο βήχας. Άλλα συμπτώματα είναι η ρινική συμφόρηση και καταρροή, ο πυρετός, ο πονοκέφαλος, οι μυαλγίες-αρθραλγίες. Τα συμπτώματα κορυφώνονται κατά κανόνα ύστερα από 2-3 ημέρες και στη συνέχεια σταδιακά υποχωρούν.

Ωστόσο, ο βήχας ενδέχεται να επιμένει και μετά την ίαση της λοίμωξης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η φλεγμονή των αεραγωγών, που προκλήθηκε από τη λοίμωξη, πιθανώς να χρειάζεται χρόνο μέχρι να επιλυθεί. Μπορεί να χρειαστούν 2-3 εβδομάδες, αφότου περάσουν τα υπόλοιπα συμπτώματα, μέχρι να υποχωρήσει εντελώς και ο βήχας. Μερικές φορές η λοίμωξη μεταφέρεται στον πνευμονικό ιστό, στα ιγμόρεια ή στα αυτιά. Τα βακτήρια ευδοκιμούν στη βλέννα και γι’ αυτόν το λόγο κάποιοι αναπτύσσουν δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις των ιστών του πνεύμονα (πνευμονία), των αυτιών ή των ιγμορείων
Τα αντιβιοτικά είναι φάρμακα που πρέπει όμως να χορηγούνται σε περιπτώσεις μικροβιακών λοιμώξεων και πάντα κατόπιν ιατρικής συμβουλής. Χορηγούνται κυρίως σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σε ηλικιωμένα ή εξασθενημένα άτομα όπου μια ιογενής λοίμωξη μπορεί να μετατραπεί σε μικροβιακή και τότε η αντιβίωση κρίνεται άκρως απαραίτητη.

Για την αντιμετώπιση των βλεννών μπορούν να χρησιμοποιηθούν βλεννολυτικά σκευάσματα π.χ. αμβροξόλη. Η αμβροξόλη είναι ένα μόριο με ολοκληρωμένη φαρμακολογική δράση: α) βλεννολυτική, δηλ μειώνει το ιξώδες της βλέννης, β) αποχρεμπτική εφόσον έχει βλεννοκινητικές ιδιότητες αλλά και γ) βλεννορυθμιστική (αποκαθιστά τη δραστηριότητα του κροσσωτού επιθηλίου). Επιπλέον όμως έρευνες έχουν δείξει ότι η συγχορήγηση της αμβροξόλης με αντιβιώσεις αυξάνει τα επίπεδα αντιβιοτικών στους πνευμονικούς ιστούς και τις ενοχλήσεις στο λαιμό.
Πιο συγκεκριμένα όταν η αμβροξόλη χορηγήθηκε συνδυαστικά με αμοξυκιλλίνη, ερυθροκυμίνη ή κεφουροξίμη σε σύγκριση με χορήγηση αντιβιοτικού σε συνδυασμό με placebo, τα αποτελέσματα έδειξαν σχεδόν διπλάσια συγκέντρωση αντιβίωσης – από την 1η κιόλας ημέρα- όταν χρησιμοποιείται αμβροξόλη σε συνδυασμό με αντιβιοτικό από όταν χρησιμοποιείται μόνο το αντιβιοτικό. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής αναρρώνει νωρίτερα αν μαζί με την αντιβίωση συγχορηγηθεί αμβροξόλη.
Συνολικά το ιστορικό και η εξέταση του ασθενούς, βοηθούν στο να γίνει η διάγνωση της πνευμονίας και σε πολλές περιπτώσεις να αναγνωρισθεί ο παράγοντας που την έχει προκαλέσει. Σε κάθε περίπτωση, αντιμετωπίστε την πνευμονία σε συνεργασία με τον γιατρό σας και χρησιμοποιήστε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή μόνο κατόπιν συνεννόησης μαζί του.

Πηγή