Μια αντιρετροϊκή θεραπεία που δίνεται στα θηλάζοντα βρέφη οι μητέρες των οποίων… είναι οροθετικές επιτρέπει να μειωθεί σημαντικά ο κίνδυνος μόλυνσής τους από τον ιό HIV, σύμφωνα με μια έρευνα που διενεργήθηκε στην Αφρική και δημοσιεύθηκε σήμερα στο βρετανικό, ιατρικό περιοδικό The Lancet.

Η έρευνα που διεξήχθη από δύο Γάλλους ερευνητές έδειξε ότι μια προληπτική θεραπεία που δίνεται καθ’ όλη την περίοδο του θηλασμού και η οποία συστήνεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) επιτρέπει να μειωθεί το ποσοστό μετάδοσης του ιού HIV στο 1,4%, δηλαδή το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί ποτέ σε έρευνα.

Η έρευνα διεξήχθη από το 2009 ως το 2012 σε περισσότερα από 1.200 παιδιά που γεννήθηκαν από οροθετικές γυναίκες σε τέσσερις αφρικανικές χώρες, στη Μπουρκίνα Φάσο, τη Νότια Αφρική, την Ουγκάντα και τη Ζάμπια.

Οι μητέρες την εποχή εκείνη δεν είχαν πρόσβαση σε αντιρετροϊκή θεραπεία καθώς δεν είχε μειωθεί στο αίμα τους το επίπεδο των λεμφοκυττάρων CD4, τον στόχο που προτιμά ο ιός HIV, όπως μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο.

Από το 2013 ο ΠΟΥ συστήνει σε όλες τις έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV θα υποβάλλονται σε θεραπεία ανεξάρτητα από το επίπεδο των CD4.

Όμως όπως επεσήμανε ο δρ Βαν ντε Περ, ένας από τους ερευνητές του ινστιτούτου Inserm/CHU του Μονπελιέ, οι έρευνες δείχνουν ότι, ακόμη κι αν η μητέρα ακολουθεί θεραπεία, αυτή «δεν αποκλείει εντελώς τον κίνδυνο μετάδοσης του HIV μέσω του θηλασμού».

Ο κίνδυνος σύμφωνα με τον ίδιο εξακολουθεί να υφίσταται σε ποσοστό 0,2% ανά μήνα θηλασμού, δηλαδή φτάνει το 2,4% αν ο θηλασμός διαρκέσει 12 μήνες.

Κατά την έρευνα τα βρέφη λάμβαναν θεραπεία επί 12 μήνες με αντιρετροϊκά φάρμακα που εμποδίζουν τη μετάδοση του ιού HIV μέσω του μητρικού γάλακτος.

Συνολικά παρατηρήθηκαν 17 μολύνσεις, δηλαδή ποσοστό 1,4%, όμως το ποσοστό μειώνεται περαιτέρω (στο 0,5%) όταν τα βρέφη λάμβαναν σωστά τη θεραπεία.

Εξάλλου επισημαίνεται ότι ο μητρικός θηλασμός στις περισσότερες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής μπορεί δύσκολα να αντικατασταθεί με γάλα σκόνη καθ’ ότι «παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας», κυρίως εξαιτίας των κακών συνθηκών υγιεινής υπό τις οποίες προετοιμάζεται το γάλα.