Ο 39χρονος Stéphane Τ περιγράφει λεπτό προς λεπτό, μία εβδομάδα μετά, τις…
τραυματικές εμπειρίες της ομηρίας του στο Bataclan από τους τρομοκράτες. Για δυόμιση ώρες παρέμεινε σε ένα μικρό δωμάτιο με έναν από τους ενόπλους, μαζί με άλλους δέκα. Μας είπαν, ”Εμείς δεν θα σας σκοτώσουμε, ακολουθήστε μας”.

Ήταν 180 λεπτά φρίκης, με τους τρομοκράτες να αναφέρουν στους ομήρους πως η επίθεση είναι αντίποινα για τη γαλλική παρέμβαση στη Συρία. ”Μας έφεραν όλους μαζί σε ένα μικρό δωμάτιο και μας είπαν να καθίσουμε. Τότε, μας είπαν, ‘Να ευχαριστήσετε τον πρόεδρό σας, τον Ολάντ, επειδή ‘χάρη σ ‘αυτόν’, θα υποστείτε αυτά. Εμείς αφήσαμε τις συζύγους και τα παιδιά μας στη Συρία με τις βόμβες. Είμαστε μέρος του ισλαμικού κράτους και είμαστε εδώ για να εκδικηθούμε για τις οικογένειές μας και τους αγαπημένους, τη γαλλικής επέμβαση στη Συρία”.

Ο Stephane ήταν στο μπαλκόνι του θεάτρου όταν οι τρομοκράτες μπήκαν μέσα. Όπως και άλλοι, σκέφτηκε ότι ήταν πυροτεχνήματα, έως ότου άκουσε τις κραυγές και συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Από το μπαλκόνι είδε τους τρομοκράτες, για πρώτη φορά, που κρατούσαν Καλάσνικοφ. Αμέσως σκέφτηκε πως πρέπει να κρυφτεί, αλλά στη συνέχεια έτρεξε προς τις πόρτες που οδηγούσαν στο ισόγειο, αλλά σκέφτηκε πως έτσι γινόταν εύκολος στόχος.

”Άκουγα τους πυροβολισμούς για συνεχόμενα λεπτά, με διάλειμμα μόνο για να ξαναγεμίσουν τα όπλα τους. Όταν οι τρομοκράτες ήρθαν στον επάνω όροφο, εγώ και άλλοι πέντε προσπαθήσαμε να κρυφτούμε πίσω από τα καθίσματα, αλλά μάταια, μιας και οι τρομοκράτες μας είχαν ήδη αντιληφθεί. Δύο από τους τρομοκράτες, μας πλησίασαν, αλλά δεν πυροβόλησαν. Αντίθετα, μας διέταξαν να τους ακολουθήσουμε κι έτσι δε θα μας σκοτώσουν. Μας μετακίνησαν προς ένα δωμάτιο. Τρεις από τους ομήρους τοποθετήθηκαν μπροστά από την πόρτα και εγώ είχα εντολή να σταθώ κοντά στο παράθυρο για να βλέπω στον δρόμο και να ενημερώνω τους τρομοκράτες αν έβλεπα αστυνομικούς”.

”Έμεινα σε αυτή τη θέση για δύο ώρες. Κοίταζα μόνο μπροστά και κάποια στιγμή παρατήρησα στο απέναντι διαμέρισμα μία τηλεόραση να είναι ανοιχτή. Σε κάποια στιγμή είδα δύο βαριά οπλισμένους άνδρες της αστυνομίας στον δρόμο οι οποίοι προχώρησαν”.

Οι τρομοκράτες ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τον Stephane και τους άλλους ομήρους- εκ των οποίων δύο ήταν γυναίκες – για να περάσουν μηνύματα στην αστυνομία. ”Πες τους ότι έχουμε ομήρους, θέλουμε να διαπραγματευτούμε. Θέλουμε ένα φορητό ραδιοτηλέφωνο (walkie talkie). Δεν ξέρω τι ακριβώς νόμιζαν και περίμεναν”, είπε ο Stephane.

”Οι τρομοκράτες σε κάποια στιγμή ανακάλυψαν ότι δύο από τους ομήρους ήταν ένα ζευγάρι και τότε είπαν ότι θα στείλουν τον έναν να μιλήσει στην αστυνομία και αν αυτός δεν επέστρεφε, τότε θα σκότωναν τη σύντροφό του’. Τότε, ένας όμηρος στάλθηκε να πει στην αστυνομία ότι οι τρομοκράτες είναι οπλισμένοι και ότι έχουν εκρηκτικές ζώνες για αυτό και έπρεπε να υποχωρήσουν. Μας μιλούσαν στα γαλλικά, αλλά όταν δεν ήθελαν να τους καταλάβουμε, μιλούσαν μεταξύ τους στα αραβικά. Ήταν πολύ αποφασισμένοι.

”Ζήτησαν από τους ομήρους που ήταν κοντά στην πόρτα να περιγράψουν αυτά που άκουγαν απ’ έξω. Τότε, οι όμηροι είπαν πως άκουγαν ανθρώπους να φωνάζουν και να κλαίνε, ζητώντας για βοήθεια. Οι τρομοκράτες μας είπαν, ‘Ωραία, τώρα περνάτε αυτό που περνούν οι γυναίκες και τα παιδιά μας στη Συρία’. Παράλληλα, ανά τακτά διαστήματα μας ανάγκαζαν να φωνάζουμε από τα παράθυρα, ‘Είμαστε όμηροι, έχουν εκρηκτικές ζώνες, θα ανατιναχτούν, κάντε πίσω’.

”Ήμουν έκπληκτος, γιατί τους βρήκα πολύ αποδιοργανωμένους και ασυντόνιστους, ερασιτέχνες”, ανέφερε ο Stephan. Τότε, περιέγραψε, μία κίνηση των τρομοκρατών, οι οποίοι προσπάθησαν να στείλουν αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας σε διαπραγματευτή της αστυνομίας για να επικοινωνήσουν οι δύο πλευρές. ”Ένας από τους ομήρους έγραψε τον αριθμό σε ένα κομμάτι χαρτί, και ένας άλλος τον φώναξε από την πόρτα. Ήταν μία κωμικοτραγική στιγμή, μιας και ο δεύτερος δεν μπορούσε να ακούσει καθαρά τον αριθμό”

Ο Stephane είχε αρχίσει να αποδέχεται το γεγονός πως θα πεθάνει, δεν περίμενε πως η αστυνομία θα τους έσωζε. Ξαφνικά, το κινητό του άρχισε να χτυπά, με φίλους του να τον ψάχνουν. ”Στις 12.30 τα πράγματα άρχισαν να συμβαίνουν.

Η αστυνομία ήταν πίσω από την πόρτα και οι τρομοκράτες συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί σαν ασπίδα. Η αστυνομία εισέβαλε. Τα φώτα έσβησαν και η αστυνομία έριξε χειροβομβίδες κρότου. Αισθάνθηκα μία έκρηξη στο πόδι μου και έπεσα κάτω. Είδα έναν από τους τρομοκράτες να είναι κοντά μου στο πάτωμα, στο ένα χέρι είχε καλάσνικοφ και στο άλλο χέρι έναν πυροκροτητή, αλλά δεν τον πάτησε, δεν ξέρω γιατί. Έμεινα στο έδαφος, να ακούω πυροβολισμούς και φωνές.

Τότε ξαφνικά ένας από τους αστυνομικούς βρέθηκε δίπλα μου, φωνάζοντάς μου να σηκωθώ, με έλεγξε πως δεν φορούσα γιλέκο αυτοκτονίας και μου είπε να πας στο μπαλκόνι και να μην κοιτάξω πίσω. Αλλά, εγώ, γύρισα πίσω και κοίταξα. Είδα ένα σωρό από πτώματα το ένα πάνω στο άλλο, και το αίμα παντού.

Ήταν τρομερό. Αλλά την ίδια στιγμή, δεν εξεπλάγην, διότι για δύο ώρες άκουγα τα βογγητά και τις κραυγές για βοήθεια.
Βγήκα στον δρόμο συγκλονισμένος και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτό που έζησαν ήταν πραγματικότητα. Στις έξι το πρωί, μετά από πολλές ώρες ανάκρισης από την αστυνομία, είχα την άδεια για να πάω στο σπίτι, αλλά χωρίς το κινητό μου τηλέφωνο και έτσι δεν μπορούσα να καλέσω κανέναν συγγενή μου”.

”Ναι, υποθέτω πως τώρα, είμαι καλά”, απάντησε εκείνο το ξημέρωμα, σε άνθρωπο που τον ρώτησε.
Πηγή