Οποιος παρακολουθεί συστηματικά τις οικονομικές προβλέψεις που δυο φορές το χρόνο δημοσιοποιεί η Κομισιόν γνωρίζει ότι… αυτές έχουν δυο βασικά χαρακτηριστικά: πρώτο, αποτυπώνουν τις οικονομικές τάσεις της στιγμής (βραχυπρόθεσμος ορίζοντας) και δεύτερο, ωραιοποιούν τις μελλοντικές εξελίξεις (μεσοπρόθεσμος ορίζοντας). Αυτό, πέραν της πολιτικής σκοπιμότητας, αντανακλά και την αδυναμία της αστικής οικονομολογίας να κάνει μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Ο,τι ισχύει για τις μεσο-μακροπρόθεσμες προβλέψεις της Κομισιόν ισχύει και για τις αντίστοιχες προβλέψεις του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ, της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Σ’ ένα σύστημα που -και στο μονοπωλιακό του στάδιο- εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την αναρχία της παραγωγής, δεν μπορεί να γίνουν προβλέψεις που να προσεγγίζουν την πραγματικότητα. Ο σχεδιασμός των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων προσκρούει στον ανταγωνισμό με άλλους μονοπωλιακούς ομίλους. Κι επειδή αυτός ο ανταγωνισμός αναπτύσσεται πλέον σε πλανητικό επίπεδο, οι φυγόκεντρες δυνάμεις δρουν απρόβλεπτα, τυφλά, καταστροφικά. Αν ο καπιταλισμός μπορούσε να κάνει σωστές προβλέψεις, τότε θα μπορούσε και ν’ αποφύγει τις κρίσεις. Είναι άλλο πράγμα ο σχεδιασμός ενός ή μιας ομάδας μονοπωλιακών ομίλων, που έχει στη βάση του την αποκόμιση του μέγιστου κέρδους, και άλλο ο σχεδιασμός σε μια κομμουνιστικά οργανωμένη οικονομία, που έχει στη βάση του την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.

Κρίναμε απαραίτητη αυτή τη σχετικά εκτενή εισαγωγή, για να υποστηρίξουμε ότι είναι πραγματικά για γέλια οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν για την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ το 2017. Από αύξηση 0,7% το 2014, αναμένεται να σημειώσει μείωση κατά 1,4% το 2015, λόγω του ότι -κατά την Κομισιόν- «μια περίοδος υψηλής αβεβαιότητας κατέληξε σε τραπεζική αργία και την εισαγωγή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων». Το καινούργιο στις προβλέψεις της Κομισιόν είναι ότι προβλέπει καπιταλιστική ύφεση και το 2016, σκορπίζοντας στους πέντε ανέμους τις αισιόδοξες «προβλέψεις» του Τσίπρα και των συνεργατών του για ανάπτυξη από το πρώτο κιόλας τρίμηνο της επόμενης χρονιάς. Κατά την Κομισιόν, «οι εν λόγω έλεγχοι προβλέπεται ότι θα έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στην οικονομία, η οποία αναμένεται ότι θα παραμείνει σε ύφεση το 2016». Η ύφεση για το 2016 υπολογίζεται σε -1,3%, δηλαδή περίπου ισοδύναμη μ’ αυτή του 2015.

Μετά αρχίζει το καλαμπούρι: «Η εφαρμογή του νέου προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας θα επιτρέψει την ανάκαμψη της εμπιστοσύνης και των επενδύσεων, η οποία προβλέπεται να υποστηρίξει την επιστροφή σε θετική ανάπτυξη και την μείωση του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης κάτω του 3% του ΑΕΠ το 2017»! Κι επειδή οι προβλέψεις της Κομισιόν για ορίζοντα πέραν του ενός έτους δεν έχουν καμιά αξία (αντιμετωπίζονται παραδοσιακά σαν παπαδίστικα ευχολόγια), η… πολιτική ορθότητα επιβάλλει μια «πρόβλεψη» για απογείωση της ανάπτυξης το 2017 με αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,7%. «Απλά λατρεύω την αστική οικονομολογία» ήταν το χλευαστικό σχόλιο που μας έστειλε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σύντροφος που σπουδάζει οικονομικά και εντόπισε την είδηση. «Το 2016 ύφεση 1,3%, το 2017 ανάπτυξη 2,7%. Ταλέντα!».

Φυσικά, ο λόγος αυτής της γελοιοποίησης των οικονομολόγων της Κομισιόν είναι καθαρά πολιτικός. Πρέπει να επιβεβαιώσει την πολιτική του γερμανογαλλικού άξονα: η περίοδος της «σκληρής διαπραγμάτευσης» που ακολούθησε κατά το πρώτο επτάμηνο της θητείας της η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οδήγησε τον ελληνικό καπιταλισμό από την ανάπτυξη στην ύφεση, ενώ η πιστή εφαρμογή του Μνημόνιου-3 θα τον οδηγήσει σε ορμητική ανάπτυξη, αφού προηγουμένως περάσει δυο χρόνια ύφεσης. Είναι το τίμημα για την «απειθαρχία» και την αμφισβήτηση της μνημονιακής πολιτικής.

Εξίσου βολεύεται και η συγκυβέρνηση μ’ αυτή την «πρόβλεψη» κι ας της χαλάει την προπαγανδιστική σούπα για ανάπτυξη από το 2016. Η εφαρμογή του Μνημόνιου χωρίς παρεκκλίσεις θεωρείται όρος εκ των ων ουκ άνευ για να ανακάμψει ο ελληνικός καπιταλισμός, οπότε η επιλογή του Τσίπρα δικαιώνεται!

Στην ίδια «μελέτη» της Κομισιόν μπορεί να δει κανείς και την πρόβλεψή της για την ανεργία. 26,5% το 2014, 25,7% το 2015, 25,8% το 2016, 24,4% το 2017. Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα, μια τόσο ορμητική αύξηση του ΑΕΠ (τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες) θα οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας μόλις κατά 1,4%! Αν ακολουθηθεί αυτός ο ρυθμός, τότε θα χρειαστούν περισσότερα από δέκα χρόνια για να επανέλθει το επίσημο ποσοστό ανεργίας στα προ κρίσης επίπεδα (με το δεδομένο ότι καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας το ΑΕΠ θα αυξάνεται)!

Παρά την αυθαιρεσία όλων αυτών των προβλέψεων, η πολιτική τους σκοπιμότητα έρχεται να υπηρετήσει μια στρατηγική κατεύθυνση: η ανάκαμψη θα προκύψει μέσω της κινεζοποίησης του προλεταριάτου και των εργαζόμενων μικροαστικών στρωμάτων. Ο εφεδρικός στρατός των ανέργων θα κινείται σε ψηλά επίπεδα, ασκώντας διαρκώς πίεση πάνω στους μισθούς και τα μεροκάματα, αλλά και στο ασφαλιστικό σύστημα. Η Κομισιόν δε διευκρινίζει σε ποιο βαθμό η προβλεπόμενη μείωση της ανεργίας θα προέρχεται από θέσεις πλήρους και σε ποιο βαθμό από θέσης μερικής απασχόλησης, γνωρίζουμε όμως πως η τάση είναι η σχετική αύξηση των θέσεων μερικής απασχόλησης.

Πριν μιλήσουμε για τις προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, παρά το πανηγυρικό κλίμα των φθινοπωρινών προβλέψεων της Κομισιόν για ανάκαμψη στην Ευρωζώνη και στο σύνολο της ΕΕ που «συνεχίζεται για τρίτη χρονιά» και «αναμένεται να συνεχιστεί με συγκρατημένο ρυθμό το επόμενο έτος, παρά τις δυσμενέστερες συνθήκες στην παγκόσμια οικονομία», οι αριθμοί δε δείχνουν τίποτα σπουδαίο. Αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ευρωζώνη κατά 1,6% το 2015, 1,8% το 2016 και 1,9% το 2017. Για το σύνολο της ΕΕ τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 1,9%, 2% και 2,1%. Αρα, ακόμη και στις ωραιοποιημένες προβλέψεις της Κομισιόν δε βλέπουμε κάποια αναπτυξιακή απογείωση της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Αυτό καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού, η αγορά του οποίου είναι κυρίως οι χώρες της ΕΕ.

Ο ελληνικός καπιταλισμός θα βγει από την ύφεση. Ενδεχομένως το 2017. Σίγουρα η ανάπτυξή του δε θα είναι αυτή που «προβλέπει» η Κομισιόν, αλλά μια αναιμική ανάπτυξη θα υπάρξει. Αυτή η ανάπτυξη, όμως, ούτε διατηρήσιμη θα είναι ούτε θα ξεφύγει από το πολύ μικρό ποσοστό. Διότι δε θα προκύψει από κάποια αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, αλλά θα είναι μια -κατά κάποιο τρόπο- διορθωτική ανάπτυξη, μετά από τόσα χρόνια ύφεσης. Οσο στην Ελλάδα θα «βασιλεύει» η κινεζοποίηση, η εσωτερική αγορά δε θα μπορεί να παράγει ζήτηση, λόγω της απίσχνασης των λαϊκών εισοδημάτων.

Μπορεί, όμως, να υπάρξουν επενδύσεις από το εξωτερικό (όπως προβλέπει η Κομισιόν) και να αυξηθεί η παραγωγή με προσανατολισμό κυρίως εξαγωγικό. Η αύξηση της απασχόλησης που θα φέρουν αυτές οι επενδύσεις θα οδηγήσει και σε σχετική αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, διότι τα εργατικά νοικοκυριά καταναλώνουν το εισόδημά τους. Αυτό είναι το σχήμα που παρουσιάζουν πολλοί οικονομολόγοι του αστικού στρατόπεδου.

Θεωρητικά το σχήμα στέκει (πρακτικά είναι προς το παρόν αμφίβολο ότι θα υπάρξουν παραγωγικές επενδύσεις, αφού μέχρι στιγμής βλέπουμε μόνο εισαγωγή αρπακτικών κεφαλαίων που «χτυπούν» και φεύγουν μαζί με τα κέρδη τους). Ποιος είναι όμως ο όρος για να υπάρχει η θεωρητική πιθανότητα να γίνουν παραγωγικές επενδύσεις; Πέρα από τη φοροασυλία και το «μπούκωμα» των καπιταλιστών επενδυτών με κρατικό χρήμα, όρος είναι η διατήρηση και το βάθεμα της κινεζοποίησης. Δεν είναι τυχαίο που οι ιμπεριαλιστές δανειστές εξακολουθούν να επιμένουν στη θέσπιση μέτρων όπως η πλήρης απελευθέρωση των απολύσεων. Το επόμενο που θα ζητήσουν θα είναι η ίδρυση «ειδικών οικονομικών ζωνών» στις οποίες θα γίνουν οι επενδύσεις τους (αν η επιχειρηματική στρατηγική τους περιλάβει και την Ελλάδα), στις οποίες δε θα ισχύει τίποτ’ άλλο εκτός από το διευθυντικό δικαίωμα της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτή θα καθορίζει ολόκληρο το εργασιακό καθεστώς (και όχι μόνο το μισθό).

Οπως διαπιστώνουμε, η κινεζοποίηση είναι πλέον η μόνη σταθερά του ελληνικού καπιταλισμού, είτε βρίσκεται σε φάση ύφεσης είτε βρεθεί σε φάση ανάπτυξης. Δεν υπάρχει περίπτωση να γίνουν επενδύσεις υπό εργασιακό καθεστώς το οποίο θα τείνει στην ανάκτηση των εργασιακών σχέσεων που ίσχυαν πριν την κρίση. Η δε επενδυτική άπνοια θα επισείεται ως απειλή στην εργατική τάξη, προκειμένου αυτή να αποδεχτεί ως «αιώνια μοίρα» της την κινεζοποίηση.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ζήτημα τα επόμενα χρόνια θα μπει ωμά: κινεζοποίηση ή κομμουνισμός; Οσο πιο γρήγορα φύγουν οι ρεφορμιστικές αυταπάτες τόσο περισσότερο θα ωριμάσει η αναγκαιότητα της επαναστατικής ανατροπής.

ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 14 ΝΟΕΜΒΡΗ