Ενας πολιτικά παντοδύναμος Ταγίπ Ερντογάν στο εσωτερικό, μετά τον πρόσφατο εκλογικό θρίαμβο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, και αναβαθμισμένος διεθνώς λόγω…
του πρωταγωνιστικού ρόλου που του αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση στην αντιμετώπιση του προσφυγικού, θα υποδεχθεί τον Αλέξη Τσίπρα την Τετάρτη στην Αγκυρα. Ο Τούρκος πρόεδρος, όπως και ο πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, θα είναι και συγκυριακά ενισχυμένος από την ετήσια Σύνοδο Κορυφής του G20 που θα φιλοξενηθεί σήμερα και αύριο στην Αττάλεια.

Ο Ελληνας πρωθυπουργός είναι ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέπτεται την τουρκική πολιτική ηγεσία μετά τις πρόσφατες εκλογές στη γείτονα και μάλιστα πριν από τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης που πιθανώς να ανακοινωθεί την ημέρα της επίσκεψης. Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό για τη χρονική στιγμή που επελέγη για να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη.

Από την πλευρά του, ο κ. Τσίπρας προσβλέπει σε έναν ρόλο ευρωπαϊκό, ο οποίος υπερβαίνει τα στενά ελληνικά όρια, και υπό αυτό το πρίσμα αποφάσισε να μεταβεί στην Αγκυρα αμέσως μετά τη σύνοδο της Μάλτας και λίγο πριν από τη σχεδιαζόμενη σύνοδο Ε.Ε. – Τουρκίας. Η ορθότητα της επιλογής θα κριθεί εκ του αποτελέσματος.

Την προηγουμένη της επίσκεψης εργασίας στην Αγκυρα, οι δύο πρωθυπουργοί θα παρακολουθήσουν μαζί τον ποδοσφαιρικό αγώνα των εθνικών ομάδων Τουρκίας – Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη. Ο κ. Νταβούτογλου θα βρίσκεται στην Αγκυρα, όπου θα συγκληθεί για πρώτη φορά η νέα Εθνοσυνέλευση, και θα μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για τον αγώνα, στο πλαίσιο μιας προφανούς επικοινωνιακής απόπειρας ανάδειξης θετικού κλίματος. Σε ό,τι αφορά την ουσία, οι συνομιλίες θα εστιάσουν στη διαχείριση του προσφυγικού που αποτελεί κορυφαίο ζήτημα και για τις δύο χώρες. Καθώς πάνω από δύο εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες έχουν φτάσει στην Τουρκία, το δίδυμο Ερντογάν – Νταβούτογλου ετοιμάζεται να ιδρύσει υπουργείο Μετανάστευσης το οποίο θα σχεδιάζει τη στρατηγική αντιμετώπιση της έλευσης, διαμονής και μεταφοράς των προσφύγων.

Ο πρόεδρος Ερντογάν και ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου βλέπουν την οικονομικά αποδυναμωμένη και πολιτικά ευάλωτη Ελλάδα ως έναν εξ αντικειμένου κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα του προσφυγικού, ο οποίος, όμως, έχει περιορισμένες αντοχές. Αντίθετα, θεωρούν πρόσωπο-κλειδί της εξίσωσης την Αγκελα Μέρκελ και, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αναμένουν να ασκήσει πιέσεις στον κ. Τσίπρα ώστε να είναι ο τελευταίος πιο «συνεργάσιμος». Πέραν των οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων που εγείρουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι προσφυγικές ροές πιέζουν πολιτικά την καγκελάριο στο εσωτερικό.

Η τουρκική πλευρά θεωρεί λογική την πρόταση για «κοινές περιπολίες» μεταξύ των ελληνικών νήσων και των τουρκικών ακτών, με το επιχείρημα ότι αυτές θα είναι πιο αποτελεσματικές. Απαντώντας στις εύλογες ελληνικές ενστάσεις, τουρκικές διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία για επιχειρησιακή συνεργασία που δεν θα θίγει το στάτους κβο ούτε θα θέτει υπό αμφισβήτηση τις θέσεις και τα νομικά επιχειρήματα της κάθε πλευράς για το Αιγαίο. Παράλληλα, εμφανίζεται διατεθειμένη να συνεργασθεί με την Ε.Ε. για τη δημιουργία hotspots στο έδαφός της, προβάλλοντας όμως πιεστικά τη διάσταση του τεράστιου κόστους για την Τουρκία και απαιτώντας σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα από την Ε.Ε.

Οι στόχοι του κ. Ερντογάν είναι σαφείς: οικονομική βοήθεια για την αντιμετώπιση του προσφυγικού, άρση της υποχρέωσης έκδοσης βίζας για τους Τούρκους πολίτες που επισκέπτονται την ΕΕ, άνοιγμα κεφαλαίων για την απρόσκοπτη συνέχιση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας.

Στο Κυπριακό, ο κ. Ερντογάν διαμηνύει ότι ο χρόνος τελειώνει και πρέπει να υπάρξει πρόοδος. Η Αγκυρα θέτει ατύπως χρονοδιάγραμμα, τονίζοντας ότι μπορεί (ή πρέπει, ανάλογα με τον συνομιλητή) να υπάρξει λύση μέχρι την επόμενη άνοιξη. Τη σχετική «αισιοδοξία» δείχνεις να συμμερίζεται και η Ουάσιγκτον που εμφανίζεται έτοιμη να ασκήσει την επιρροή της προς τα εμπλεκόμενα μέρη.

Τέλος, σε ό,τι αφορά το Αιγαίο, τουρκικοί διπλωματικοί κύκλοι σημειώνουν ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στις διερευνητικές επαφές, οι τεχνοκράτες έχουν καταλήξει στο γενικό περίγραμμα μιας συμφωνίας και απαιτείται πλέον η αναγκαία πολιτική βούληση.

 Πηγή