Γράφει ο Όμηρος Τσάπαλος
Τούτο μόνο να ξέρεις: Ότι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»…

Οδυσσέας Ελύτης

Είναι χρόνια που η Ελλάδα προσπαθεί να βρει τρόπους διεξόδου από την οικονομική και κοινωνική κρίση. Όμως μέχρι σήμερα, δεν έχει καταφέρει να υιοθετήσει ένα σταθερό, μακρόπνοο και δίκαιο αναπτυξιακό δρόμο που να αξιοποιεί στο έπακρο τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελληνικής Οικονομίας και να δίνει ίσες ευκαιρίες απασχόλησης και δημιουργίας σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Και αυτό γιατί η πατρίδα μας έχει την ατυχία να αναζητά εναγωνίως τον δρόμο για την πρόοδο και ταυτόχρονα να στερείται της απαραίτητης πολιτικής συνεννόησης που είναι βασικό προαπαιτούμενο για την κατάρτιση μιας μακρόπνοης αναπτυξιακής πολιτικής. Πρόκειται για τοαυτό-τροφοδοτούμενο τέλμα, τις επιπτώσεις του οποίου οφείλουμε να διαχειριστούμε προτού είναι πολύ αργά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, καλούμαστε να εντοπίσουμε εκείνους τους παραγωγικούς τομείς που θα συνθέσουν το νέο αναπτυξιακό όραμα της χώρας επιφέροντας σε σύντομο χρονικό διάστημα βελτίωση τόσο των ποσοτικών όσο και των ποιοτικών δεικτών της Οικονομίας με τελικό σκοπό πάντοτε την ευημερία της Κοινωνίας. Ουσιαστικά ψάχνουμε εκείνους τους τομείς που θα πάνε την Ελλάδα μπροστά, θα συνθέσουν ένα νέο συλλογικό όραμα, αφήνοντας πίσω ένα σοβιετικό μοντέλο Οικονομίας που απέτρεπε την Κοινωνία να τολμήσει και να σκεφτεί διαφορετικά, πέρα από τα στενά όρια που πρότασσε η κρατική παρεμβατικότητα και η δημοσιουπαλληλική νοοτροπία.

Ανάμεσα σε αυτούς τους τομείς δεν μπορεί να λείπει ο τομέας του Πολιτισμού στην χώρα που λέγεται Ελλάδα. Η McKinsey, στην έρευνα της με θέμα «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά-προσδιορίζοντας το νέο μοντέλο ανάπτυξης (2011)», συμπεριέλαβε τον τομέα του Τουρισμού ανάμεσα στους πέντε κύριους κλάδους πάνω στους οποίους θα πρέπει να στηριχθεί το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Συνέδεσε όμως τον τομέα του Τουρισμού με το βασικό συστατικό του στοιχείο που δεν είναι άλλο από τον ελληνικό Πολιτισμό. Τουρισμός και Πολιτισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι καθώς η ανάπτυξη του ενός επηρεάζεται, και σε μεγάλο βαθμό οφείλεται, από την επάρκεια του άλλου. Η οικονομική αξιοποίηση του Πολιτισμού θα μπορούσε να αποτελέσει αιχμή του δόρατος τόσο στην προσπάθεια μας για δημιουργία νέων επενδύσεων όσο και στην περαιτέρω ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος. Και αυτό γιατί δημιουργώντας μια σύγχρονη και παραγωγική πολιτιστική διαχείριση, επηρεάζεται ταυτόχρονα το σύνολο της εθνικής οικονομίας καθώς και επιμέρους κλάδοι της όπως οι μεταφορές, η περιβαλλοντική διαχείριση, οι υποδομές, οι νέες τεχνολογίες και φυσικά ο ίδιος ο Τουρισμός. Με άλλα λόγια, η καρδιά της μεταρρύθμισης θα πρέπει να είναι η αλλαγή του μοντέλου διαχείρισης του Πολιτισμού μας, η οποία και θα αποδεσμεύσει δυνάμεις και κεφάλαια για επενδύσεις και ανάπτυξη επιμέρους κλάδων της Οικονομίας.

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου προτείνονται 2+2 μεταρρυθμίσεις αιχμής προκειμένου ο Πολιτισμός να καταστεί κινητήριος μοχλός Ανάπτυξης. Οι 2+2 μεταρρυθμίσεις εδράζονται στο τρίπτυχο «Οργάνωση-Ανάδειξη-Εξωστρέφεια» και όλες μαζί υπηρετούν μια πολιτική αξιοποίησης του Πολιτισμού όχι μόνο για την αυτοπροστασία του αλλά και για την παραγωγή πλούτου:

Οργανωτική αναγέννηση. Το χρόνιο πρόβλημα της πολιτιστικής διαχείρισης στη χώρα είναι η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων και η προβληματική σχέση των Υπουργείων. Το Υπουργείο Πολιτισμού καλείται να δράσει υπο την διαχειριστική ασφυξία που του επιφέρει η υποβάθμιση του σε τμήμα του Υπουργείου Παιδείας. Παράλληλα, το Υπουργείο Πολιτισμού δεν μπορεί να ασκήσει Πολιτιστική Διπλωματία, ως όφειλε, καθότι αυτή υπάγεται ως αρμοδιότητα στο Υπουργείο Εξωτερικών. Προτού λοιπόν ξεκινήσουμε μια μεγάλη μεταρρύθμιση, οφείλουμε να μεταρρυθμίσουμε τις δομές εκείνες που θα κληθούν να την εφαρμόσουν. Και στην περίπτωση αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε προοπτική αλλαγής, το Υπουργείο Πολιτισμού να αυτονομηθεί διοικητικά και να μεταφερθούν σε αυτό οι αρμοδιότητες που έχουν να κάνουν τόσο με την Πολιτιστική Διπλωματία όσο και με την συμμετοχή σε διεθνή fora και τις επαφές με τρίτες χώρες για πολιτιστικά ζητήματα. Ένα ισχυρό Υπουργείο Πολιτισμού με μικρό και ευέλικτο οργανόγραμμα και πλήρως στελεχωμένο με διπλωματικούς υπαλλήλους ικανούς να αναπτύξουν πολιτιστικές επαφές με τρίτες χώρες, είναι το πρώτο βήμα μετεξέλιξης του κλάδου του Πολιτισμού σε βασικό πυλώνα Ανάπτυξης.

Εξωστρέφεια VS απομόνωση. Η χώρα έχει να προσφέρει μια πρόταση Πολιτισμού οικουμενικής εμβέλειας, την ίδια στιγμή όμως στερείται των δομών που θα την αναδείξουν στο εξωτερικό. Απαραίτητη μεταρρύθμιση θα πρέπει να θεωρηθεί η ίδρυση Κέντρων Ελληνικού Πολιτισμού στις σημαντικότερες πρωτεύουσες του κόσμου, στα πρότυπα του Γαλλικού Ινστιτούτου, του Βρετανικού Συμβουλίου και του Ινστιτούτου Γκαίτε. Τα Κέντρα αυτά θα αναλαμβάνουν την διοργάνωση εκθέσεων πολιτιστικού ή τουριστικού χαρακτήρα, θα λειτουργούν ως κέντρα εκμάθησης της Ελληνικής Γλώσσας, θα προχωρούν στην μετάφραση ελληνικών βιβλίων, θα διοργανώνουν συνέδρια και επιστημονικές ημερίδες, θα συντονίζουν τις κατά τόπους ομογενειακές οργανώσεις και θα λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς της Ελλάδας στο εξωτερικό. Συνιστούν μια ουσιαστική μεταρρύθμιση και όχι πρόσθεση νέων δομών σε ήδη υπάρχουσες. Αρκεί να καταργηθούν τα αποτυχημένα γραφεία του ΕΟΤ στο εξωτερικό, όπως και το εξίσου αποτυχημένο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού και να επανεξεταστούν οι επιχορηγήσεις που δίνονται στις ομογενειακές οργανώσεις για πολιτιστικούς σκοπούς αμφιβόλου ποιότητας και προστιθέμενης αξίας. Τα Κέντρα οφείλουν να λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, να προσελκύουν χορηγούς και δωρεές και να είναι ανοικτά στις συμπράξεις με ιδιωτικούς φορείς. Στόχος θα πρέπει να είναι σε ορίζοντα πενταετίας να καταστούν αυτοχρηματοδοτούμενα. Τα χρήματα από τις εξετάσεις και τα μαθήματα εκμάθησης της ελληνικής Γλώσσας θα αποτελούν επιπλέον έσοδα των Κέντρων. Η δυναμική που μπορούν να αναπτύξουν είναι τεράστια, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Γαλλία και η Γερμανία, χώρες που επιδεικνύουν διαχρονικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ό,τι έχει σχέση με τον ελληνικό Πολιτισμό. Είναι λύση προκειμένου η χώρα να βγει από την εσωστρέφεια και να δημιουργήσει επιτέλους σταθερούς φάρους του Πολιτισμού της στα σημαντικότερα κέντρα λήψης αποφάσεων και δεξαμενής επισκεπτών.

Ανάδειξη και ιδιωτική συμμετοχή. Αυτή τη στιγμή δεκάδες ιστορικά μνημεία κινδυνεύουν. Αρκετά από αυτά συστηματικά καταστρέφονται εξαιτίας της απουσίας κονδυλίων προστασίας τους έναντι των φυσικών φαινομένων αλλά και της ανθρώπινης επέμβασης (το παράδειγμα του βυθισμένου στα λύματα ιερού Ναού της Βραυρωνίου Αρτέμιδος στα Μεσόγεια είναι ενδεικτικό). Χρήματα για νέες ανασκαφές δεν υπάρχουν. Κονδύλια για συντήρηση νέων ευρημάτων, όπως αυτά που ήλθαν στο φως στην Αρχαία Αμφίπολη, επίσης δεν υπάρχουν. Ο πολιτιστικός μας πλούτος καλείται να συντηρηθεί και ταυτόχρονα να αναδειχθεί την ίδια στιγμή που γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία καλπάζουν ως προς την πρόοδο των υποδομών και της στρατηγικής τους. Η προσέλκυση ιδιωτικών χορηγιών και επιπλέον η αξιοποίηση των χώρων αυτών για εμπορικούς σκοπούς, όπως για παράδειγμα, για μια κινηματογραφική παραγωγή που θα απέφερε εκατομμύρια ευρώ και θα λειτουργούσε ως δωρεάν διαφήμιση της Ελλάδας σε όλον τον κόσμο, είναι μια λύση μπροστά στο αδιέξοδο. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση μιας τέτοιας πολιτικής είναι να μην προσβάλλεται τόσο η ιερότητα των αρχαιολογικών χώρων όσο και η σημασία τους. Το μέτρο ανήκει στους Έλληνες αρχαιολόγους οι οποίοι και θα πρέπει να κρίνουν με ρεαλισμό και αντικειμενικότητα την νέα κατάσταση που διαμορφώνεται. Είναι πλέον καιρός να δημιουργήσουμε πλούτο για την σωτηρία των ίδιων των Μνημείων και να αφήσουμε πίσω μας παρωπιδικές αντιλήψεις που μόνο κακό έκαναν στην ανάδειξη του μνημειακού μας πλούτου.

Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός. Ο Πολιτισμός θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί ως προς τα μέσα που διαθέτει για να προσελκύσει ολοένα και περισσότερους επισκέπτες. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, εκσυγχρονισμός σημαίνει και η εγκαθίδρυση διευρυμένου ωραρίου στα Μουσεία και τους Αρχαιολογικούς χώρους. Είναι καιρός να συμβεί και αυτό. Είναι όμως καιρός η ελληνική Πολιτεία να συμπράξει και με πανεπιστημιακά ιδρύματα και εξειδικευμένες ιδιωτικές εταιρίες, πολλές εξ αυτών διακεκριμένες τα τελευταία χρόνια ως start-up καινοτόμες επιχειρήσεις, προκειμένου να εισάγουν στην πολιτιστική διαχείριση στοιχεία όπως το ηλεκτρονικό εισιτήριο, η εικονική περιήγηση, η δημιουργία ψηφιακών εφαρμογών και εφαρμογών για κινητές συσκευές, η ηλεκτρονική διασύνδεση των Μουσείων και η ριζική αναμόρφωση της διαδικτυακής τους παρουσίας. Οι πόροι μπορούν να βρεθούν από κοινοτικά κονδύλια που υπάρχουν και δεν αξιοποιούνται. Μια τέτοια «ψηφιακή αναγέννηση» θα μεταμόρφωνε την περιήγηση του επισκέπτη σε μια πραγματική βιωματική εμπειρία, εφάμιλλη των εκθεμάτων που έχει την τύχη να αντικρίσει. Είναι η είσοδος του Πολιτισμού μας στον 21ο αιώνα και απαραίτητη προϋπόθεση για να σταθούμε με αξιώσεις απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.

Οι 2+2 παραπάνω μεταρρυθμίσεις είναι άμεσα εφαρμόσιμες, οικονομικά ρεαλιστικές (την στιγμή όπου οι πόροι για να υλοποιηθούν υπάρχουν, απλώς απαιτείται η ανακατανομή τους) και κοινωνικά αποδεκτές, αφού ο ελληνικός λαός επιθυμεί όχι μόνο την ευημερία του παρόντος και του μέλλοντος του αλλά και την προστασία και ανάδειξη του παρελθόντος του. Ο αντίκτυπος στον Τουρισμό θα είναι άμεσος και αν συνδυαστεί με μια στοχευμένη επικοινωνιακή στρατηγική τότε τα κύματα επισκεπτών θα ενταθούν ήδη από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων.

Για να υλοποιηθούν όμως τα παραπάνω, μια και μόνο προϋπόθεση υπάρχει. Συμφωνία των σημαντικότερων πολιτικών δυνάμεων ότι ο Πολιτισμός μπορεί να αποτελέσει πέρα από σημείο εθνικής υπερηφάνειας και πυλώνας ανάπτυξης της πατρίδας μας. Και η ίδρυση μιας Ανεξάρτητης Αρχής Πολιτιστικής Διαχείρισης η οποία θα αναλάβει την εφαρμογή και παρακολούθηση του σχεδίου, είναι ίσως ο λιγότερο επικίνδυνος τρόπος για να μην οδηγηθεί άλλη μια μεταρρύθμιση στις ελληνικές καλένδες. Το μέλλον της Ελλάδας προτάσσει να βασιστούμε στις δικές μας δυνάμεις, στην πρωτογενή ύλη της δικής μας δημιουργίας. Ο Πολιτισμός είναι ο τομέας όπου η πατρίδα μας μπορεί να υπερηφανεύεται πως διαθέτει πλεόνασμα αντί για έλλειμμα. Και είναι η στιγμή αυτό να το εκμεταλλευτούμε αν θέλουμε να δούμε την χώρα μας να πηγαίνει μπροστά βασισμένη στις δικές της, ολοδικές της, δυνάμεις. Είναι καιρός.

Πηγή